Βιογραφικό Σημείωμα

Βιογραφικό Σημείωμα

Πέμπτη 23 Νοεμβρίου 2017

ΜΑΡΙΑΝΑ ΕΝΡΙΚΕΣ Οι κίνδυνοι του να καπνίζεις στο κρεβάτι

ΜΑΡΙΑΝΑ ΕΝΡΙΚΕΣ

             
Οι κίνδυνοι του να καπνίζεις στο κρεβάτι


1.     Η εκταφή της Ανχελίτα

Της γιαγιάς μου δεν της άρεσε η βροχή και πριν πέσουν οι πρώτες σταγόνες, μόλις σκοτείνιαζε ο ουρανός, έβγαινε με μπουκάλια στη πίσω αυλή και τα παράχωνε μέχρι τη μέση, με ολόκληρο το λαιμό τους μέσα στη γη. Εγώ την ακολουθούσα και τη ρωτούσα: γιαγιά γιατί δε σου αρέσει η βροχή γιατί δε σου αρέσει; Όμως εκείνη, τίποτα, έκανε πως δεν καταλαβαίνει, με το φτυαράκι στο χέρι, σούφρωνε τη μύτη της για να οσμιστεί την υγρασία στον αέρα. Αν τελικά έβρεχε, είτε ήταν ψιλόβροχο είτε καταιγίδα, έκλεινε πόρτες και παράθυρα και ανέβαζε την ένταση της τηλεόρασης μέχρι να καλύψει το θόρυβο της βροχής και του αέρα-η στέγη του σπιτιού της ήταν από λαμαρίνα-, και αν η νεροποντή συνέπιπτε με την αγαπημένη της σειρά, Μάχη, κανείς δεν μπορούσε να της αποσπάσει ούτε λέξη γιατί ήταν τρελά ερωτευμένη με τον Βικ Μόροου.
Εγώ λάτρευα τη βροχή γιατί μαλάκωνε το ξερό χώμα και απελευθέρωνε την εξορυκτική μου μανία. Πόσες τρύπες! Χρησιμοποιούσα το ίδιο φτυάρι με τη γιαγιά, ένα πολύ μικρό, σαν εκείνο που θα χρησιμοποιούσε ένα παιδί για να παίξει στην παραλία, αλλά από μέταλλο και ξύλο, όχι από πλαστικό. Το χώμα του κήπου έκρυβε κομματάκια από πράσινα γυάλινα μπουκάλια, με τις άκρες τους τόσο λείες που πια δεν έκοβαν. Μαλακές πέτρες που έμοιαζαν με βότσαλα ή πετρούλες της παραλίας. Mα γιατί βρίσκονταν στον κήπο του σπιτιού; Κάποιος θα έπρεπε να τις είχε θάψει. Μια φορά βρήκα μια οβάλ πέτρα, σε σχήμα και χρώμα κατσαρίδας χωρίς όμως πόδια ή κεραίες. Από τη μία πλευρά ήταν λεία, από την άλλη μερικές ρωγμές σχημάτιζαν τα σαφή χαρακτηριστικά ενός χαμογελαστού προσώπου. Την έδειξα στον μπαμπά μου, ξετρελαμένη με την ιδέα ότι βρισκόμουν μπροστά σε ένα κουφάρι, και μου είπε ότι ήταν τυχαίο που τα σημάδια σχημάτιζαν ένα πρόσωπο. Ο μπαμπάς μου ποτέ δεν ενθουσιαζόταν. Βρήκα επίσης μαύρα ζάρια, με άσπρες, σχεδόν αόρατες, κουκκίδες. Βρήκα ακόμη θραύσματα από ματ γυαλιά σε χρώμα πράσινο του μήλου και τυρκουάζ. Η γιαγιά μου θυμήθηκε ότι ήταν κομμάτια μιας παλιάς πόρτας.  Έπαιζα επίσης και με σκουλήκια και τα έκοβα σε πολύ μικρούλικα κομματάκια. Δε με διασκέδαζε να βλέπω το κομμένο σώμα να μαζεύεται λιγάκι πριν τελικά τραβήξει ξανά προς τα εμπρός. Πίστευα ότι αν έκοβα καλά το σκουλήκι, σαν κρεμμύδι, χωρίζοντας καλά τους δακτύλιους, δε θα μπορούσε να επανέλθει στην αρχική του μορφή. Ποτέ δε μου άρεσαν τα έντομα.
Βρήκα τα κόκαλα μετά από μια καταιγίδα που μετέτρεψε το χώμα του κήπου σε βαλτότοπο. Τα φύλαξα στη λεκάνη που χρησιμοποιούσα για να κουβαλάω τους θησαυρούς στη στέρνα της αυλής, όπου τους ξέπλενα. Τα έδειξα στον μπαμπά. Είπε ότι ήταν κόκαλα από κοτόπουλο, ή ίσως από μπριζόλες, ή από κανένα ψόφιο κατοικίδιο που το είχαν θάψει εδώ και καιρό. Σκύλου ή γάτας. Επέμενε ότι ήταν από κοτόπουλο γιατί παλιά, στην αυλή, όταν ήταν μικρός, η γιαγιά μου είχε κοτέτσι.
Φαινόταν μια πιθανή εξήγηση μέχρι που η γιαγιά μου είδε τα κοκαλάκια και άρχισε να τραβάει τα μαλλιά της και να τσιρίζει «το αγγελούδι μας, το αγγελούδι μας». Όμως το βλέμμα του μπαμπά μου γρήγορα έβαλε τέλος στη σκηνή: εκείνος δεχόταν τις «δεισιδαιμονίες» (έτσι τις έλεγε) της γιαγιάς εάν και εφόσον δεν το παράκανε. Εκείνη γνώριζε την κίνηση αποδοκιμασίας του και αναγκάστηκε να ηρεμήσει ήθελε δεν ήθελε. Μου ζήτησε τα κοκαλάκια και της τα έδωσα. Μετά μου ζήτησε να πάω στο δωμάτιό μου να κοιμηθώ. Θύμωσα λιγάκι γιατί δεν καταλάβαινα το λόγο της τιμωρίας.
Όμως αργότερα, το ίδιο βράδυ,  με φώναξε και μου τα διηγήθηκε όλα. Ήταν η αδελφή νούμερο δέκα ή έντεκα, η γιαγιά μου δεν μπορούσε να πει με σιγουριά, τότε δεν πρόσεχαν και τόσο τη σειρά που γεννιόταν το κάθε παιδί. Πέθανε λίγους μήνες μετά τη γέννησή της, μέσα σε πυρετούς και διάρροιες. Επειδή ήταν αγγελούδι, την έβαλαν να καθίσει πάνω σε ένα τραπέζι στολισμένο με λουλούδια, τυλιγμένη σε ένα ροζ σεντόνι, να ακουμπάει σε ένα μαξιλάρι. Της έφτιαξαν μικρά φτερά από χαρτόνι για να ανέβει γρηγορότερα στον ουρανό, και δεν της γέμισαν το στόμα με κόκκινα ροδοπέταλα γιατί τη μαμά, την προγιαγιά μου, την τρόμαζε, της φαινόταν σαν αίμα. Όλη τη νύχτα χόρευαν και τραγουδούσαν, μέχρι που χρειάστηκε να ξεφορτωθούν ένα θείο μεθυσμένο και να συνεφέρουν την προγιαγιά μου, που λιποθύμησε από το κλάμα και τη ζέστη. Μία ινδιάνα μοιρολογίστρα έψαλε προσευχές στην Αγία Τριάδα, και δεν πληρώθηκε παρά μόνο με μερικές πίτες.
«Αυτό έγινε εδώ, γιαγιά;»
«Όχι, στο Σαλαβίνο, στο Σαντιάγο. Έκανε μια ζέστη!»
«Αφού πέθανε εκεί, δεν είναι τότε τα κόκαλα της μικρής».
«Φυσικά και είναι. Εγώ τα έφερα όταν ήρθαμε εδώ. Δεν ήθελα να την αφήσω εκεί γιατί κάθε νύχτα έκλαιγε, η καημενούλα. Αν έκλαιγε με εμάς κοντά της, στο σπίτι, σκέψου τι κλάμα θα έριχνε μόνη κι έρημη! Γι’ αυτό και την πήρα μαζί μου. Δεν ήταν πια παρά μόνο κοκαλάκια, την έβαλα σε μία σακούλα και την έθαψα εδώ στην αυλή. Ούτε ο παππούς σου το ήξερε. Ούτε η προγιαγιά σου, κανείς. Μονάχα εγώ την άκουγα να κλαίει. Και ο προπάππος σου επίσης, αλλά έκανε τον χαζό».
«Κλαίει και εδώ η μικρή;»
«Μονάχα όταν βρέχει».
Μετά ρώτησα τον μπαμπά μου αν η ιστορία με το αγγελούδι ήταν αληθινή, και εκείνος μου είπε ότι η γιαγιά ήταν πολύ μεγάλη και ότι έλεγε ασυναρτησίες. Δεν φαινόταν και πολύ σίγουρος, ή μπορεί η συζήτηση να τον έφερνε σε δύσκολη θέση. Μετά η γιαγιά πέθανε, το σπίτι πουλήθηκε, εγώ έφυγα να ζήσω μόνη μου χωρίς σύζυγο και παιδιά, ο μπαμπάς μου αποφάσισε να πάει σε ένα διαμέρισμα στη Μπαλβανέρα και ξέχασα το αγγελούδι.
Μέχρι που εμφανίστηκε δίπλα στο κρεβάτι μου, στο διαμέρισμά μου, δέκα χρόνια μετά, κλαίγοντας, μια νύχτα με καταιγίδα.
Το αγγελούδι δε μοιάζει με φάντασμα. Δεν αιωρείται ούτε είναι χλομό ούτε φοράει άσπρα ρούχα. Είναι σε κατάσταση προχωρημένης σήψης και δε μιλά. Την πρώτη φορά που εμφανίστηκε νόμισα ότι ονειρευόμουν και προσπάθησα να ξυπνήσω από τον εφιάλτη. Όταν δεν τα κατάφερα και άρχισα να αντιλαμβάνομαι ότι είναι αληθινό ούρλιαξα και έκλαψα και σκεπάστηκα με τα σεντόνια, κλείνοντας σφιχτά τα μάτια μου και βουλώνοντας τ’ αυτιά μου με τα χέρια μου για να μην το ακούω, γιατί τότε δεν ήξερα ότι ήταν μουγκό. Όταν όμως βγήκα από κάτω από τα σκεπάσματα, αρκετές ώρες αργότερα, το αγγελούδι συνέχιζε να βρίσκεται εκεί με τα ρετάλια ενός παλιού παλτού ριγμένο στους ώμους του σαν πόντζο. Έδειχνε με το δάχτυλο έξω, προς το παράθυρο και το δρόμο, και έτσι συνειδητοποίησα ότι ήταν μέρα. Είναι παράξενο να δεις πεθαμένο μέρα μεσημέρι. Το ρώτησα τι ήθελε αλλά για απάντηση συνέχισε να δείχνει όπως στις ταινίες τρόμου.
Σηκώθηκα και βγήκα τρέχοντας προς την κουζίνα, για να ψάξω τα γάντια που χρησιμοποιούσα για να πλύνω τα πιάτα. Το αγγελούδι με ακολούθησε. Ένα πρώτο δείγμα της απαιτητικής του προσωπικότητας. Δεν πανικοβλήθηκα. Έβαλα τα γάντια, το άρπαξα και έσφιξα τα χέρια μου γύρω από το λαιμουδάκο του. Είναι εντελώς ανισόρροπο να προσπαθείς να πνίξεις έναν πεθαμένο, όμως δε γίνεται να είσαι απελπισμένος και συγχρόνως λογικός. Δεν του προκάλεσα ούτε καν βήχα, το μόνο που κατάφερα ήταν εγώ να βρεθώ με υπολείμματα σάπιας σάρκας ανάμεσα στα γαντοφορεμένα μου δάχτυλα και εκείνο με την τραχεία του σε κοινή θέα.
Μέχρι τότε δεν γνώριζα ότι επρόκειτο για την Ανχελίτα, την αδελφή της γιαγιάς μου. Συνέχιζα να κλείνω τα μάτια μου σφιχτά για να δω αν εκείνη θα εξαφανιζόταν ή εγώ θα ξυπνούσα. Επειδή αυτό δεν είχε αποτέλεσμα, περπάτησα γύρω της και είδα, στην πλάτη της, να κρέμονται από τα κιτρινωπά ρετάλια αυτού που τώρα πια γνώριζα ότι ήταν το ροζ σάβανο, δύο υποτυπώδη μικρά φτερά από χαρτόνι που’χαν κολλημένα κακήν κακώς πάνω τους πούπουλα από κότα. Μετά από τόσα χρόνια θα έπρεπε να είχαν εξαφανιστεί, σκέφτηκα, και μετά γέλασα κάπως υστερικά και είπα στον εαυτό μου ότι είχα ένα πεθαμένο μωρό στην κουζίνα μου, που ήταν η αδελφή της γιαγιάς μου και που περπατούσε, αν και σύμφωνα με το μέγεθός της θα έπρεπε να μην είχε ζήσει ούτε τρεις μήνες. Έπρεπε να πάψω οριστικά να σκέφτομαι βάσει του τι ήταν πιθανό και τι όχι.
Τη ρώτησα αν ήταν η αδελφή της γιαγιάς μου, η Ανχελίτα - επειδή δεν είχαν χρόνο να τη δηλώσουν με ένα νόμιμο όνομα, άλλα χρόνια τότε, τη φώναζαν πάντα Ανχελίτα, επειδή ήταν αγγελούδι-, έτσι ανακάλυψα ότι δε μιλούσε αλλά απαντούσε κουνώντας το κεφάλι. Άρα η γιαγιά μου έλεγε αλήθεια, σκέφτηκα, δεν ήταν από το κοτέτσι, ήταν τα κοκαλάκια της αδελφής της αυτά που ξέθαψα όταν ήμουν μικρή.
Τι ήθελε η Ανχελίτα ήταν ένα μυστήριο, γιατί δεν έκανε τίποτε άλλο παρά να γνέφει με το κεφάλι της θετικά ή αρνητικά. Όμως κάτι ήθελε επιτακτικά, γιατί όχι μόνο συνέχιζε να δείχνει, αλλά και γιατί δε με άφηνε σε ησυχία. Με ακολουθούσε σε όλο το σπίτι. Με περίμενε πίσω από την κουρτίνα του μπάνιου όταν έκανα ντους, καθόταν στον μπιντέ όταν έκανα τσίσα ή κακά, στεκόταν δίπλα στο ψυγείο όταν έπλενα τα πιάτα και καθόταν δίπλα στην καρέκλα μου όταν εγώ δούλευα στον υπολογιστή.
Συνέχισα την κανονική ζωή μου την πρώτη εβδομάδα. Πίστευα ότι ίσως να επρόκειτο για οξεία κρίση άγχους με παραισθήσεις, και ότι θα έφευγε. Ζήτησα μερικές μέρες άδεια από τη δουλειά, πήρα χάπια για να κοιμηθώ. Το αγγελούδι συνέχιζε να είναι εκεί, περιμένοντας δίπλα στο κρεβάτι μου να ξυπνήσω. Ήρθαν να με δουν κάποιοι φίλοι. Στην αρχή δεν ήθελα να απαντήσω στα μηνύματά τους ούτε να τους ανοίξω την πόρτα, αλλά για να μην τους ανησυχήσω περισσότερο, δέχτηκα να τους δω επικαλούμενη όμως ψυχική εξάντληση. Εκείνοι έδειξαν κατανόηση, δουλεύεις σαν σκλάβα, μου έλεγαν. Κανείς δεν είδε το αγγελούδι. Την πρώτη φορά που με επισκέφτηκε η φίλη μου η Μαρίνα έβαλα το αγγελούδι στην ντουλάπα, αλλά ανακάλυψα, με τρόμο και αηδία, ότι το έσκασε και κάθισε στο μπράτσο της πολυθρόνας, με αυτό το άσχημο σταχτοπράσινο σαρακοφαγωμένο του πρόσωπο. Η Μαρίνα δεν κατάλαβε τίποτα.
Λίγο αργότερα έβγαλα το αγγελούδι στο δρόμο. Τίποτα. Εκτός από εκείνον τον κύριο που το κοίταξε στα πεταχτά και μετά γύρισε και το ξανακοίταξε με αλλοιωμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου του (θα πρέπει να του έπεσε η πίεση) ή την κυρία που κατευθείαν άρχισε να τρέχει και παραλίγο να την παρασύρει το 45 στην οδό Τσακαμπούκο. Ορισμένοι πιθανόν να το έβλεπαν, έτσι φανταζόμουν, σίγουρα όχι πολλοί. Για να τους προφυλάξω από την κακιά στιγμή, όταν βγαίναμε μαζί –για να το πω πιο σωστά, όταν εκείνο με έπαιρνε στο κατόπι και εγώ δεν είχα άλλη επιλογή παρά να το αφήνω να έρχεται μαζί μου – το φόρτωνα μέσα σε κάτι σαν σακίδιο (είναι άσχημο να το βλέπεις να περπατάει, είναι τόσο μικροκαμωμένο, είναι αφύσικο). Επίσης του αγόρασα έναν επίδεσμο που κρύβει όλο του το πρόσωπο, σαν αυτούς που χρησιμοποιούνται για να καλύπτουν ουλές από εγκαύματα. Τώρα ο κόσμος όταν το βλέπει αισθάνεται μεν αηδία, αλλά και συγκίνηση και θλίψη. Βλέπουν ένα μωρό πολύ άρρωστο ή βαριά τραυματισμένο, όχι όμως ένα πεθαμένο μωρό.
Αν με έβλεπε ο μπαμπάς μου, σκεφτόμουν, εκείνος που πάντα παραπονιόταν ότι θα πέθαινε χωρίς εγγόνια (και πέθανε χωρίς εγγόνια, τον απογοήτευσα σ’ αυτό αλλά και σε πολλά άλλα πράγματα). Του αγόρασα παιχνίδια για να παίζει, κούκλες και πλαστικούς κύβους και πιπίλες για να τις δαγκώνει, όμως τίποτα δεν έδειχνε να του αρέσει αρκετά, και συνέχιζε με το αναθεματισμένο του δάχτυλό να δείχνει προς τον νότο– αυτό το κατάλαβα, έδειχνε πάντα προς τον νότο–πρωί, μεσημέρι, βράδυ. Εγώ του μιλούσα και το ρωτούσα, αλλά εκείνο δεν μπορούσε να επικοινωνήσει καλά.
Μέχρι που ένα πρωί εμφανίστηκε με μια φωτογραφία του σπιτιού των παιδικών μου χρόνων, το σπίτι όπου εγώ είχα βρει τα κοκαλάκια του στη πίσω αυλή. Την έβγαλε από το κουτί που τις φυλάω: μια αηδία, άφησε όλες τις υπόλοιπες λερωμένες από το σάπιο δέρμα του που διαλυόταν, βρεγμένες και λιγδιασμένες. Τώρα έδειχνε το σπίτι με το δάχτυλό του, πεισματικά. Θέλεις να πας εκεί, το ρώτησα, και μου είπε ναι. Του εξήγησα ότι το σπίτι δεν ήταν πια δικό μας, ότι το είχαμε πουλήσει, και μου είπε πάλι ναι.
Το φόρτωσα στο σακίδιο με τη μάσκα στο πρόσωπό του και πήραμε το 15 μέχρι την Αβεγιανέδα. Στα ταξίδια δεν χαζεύει έξω, ούτε κοιτάει τους άλλους ούτε διασκεδάζει με κάτι, δίνει στον κόσμο έξω από το παράθυρο την ίδια σημασία που δίνει και στα παιχνίδια. Κάθισα και το πήρα αγκαλιά για να είναι πιο άνετα, αν και δεν ξέρω αν είναι σε θέση να αισθάνεται άβολα ή αν αυτό σημαίνει κάτι για εκείνο. Ούτε καν γνωρίζω τι νιώθει. Ξέρω μονάχα ότι δεν είναι κακό, και ότι ενώ στην αρχή το φοβόμουν, τώρα τελευταία όχι πια.
Φθάσαμε σε αυτό που κάποτε ήταν το σπίτι μου κατά τις τέσσερις το απόγευμα. Όπως πάντα το καλοκαίρι, υπήρχε μια βαριά μυρωδιά χειμάρρου και βενζίνης στη λεωφόρο Μίτρε, ανακατεμένη με τη βρόμα των σκουπιδιών. Διασχίσαμε την πλατεία περπατώντας, μετά περάσαμε από το Σανατόριο Ιτόιθ εκεί όπου πέθανε η γιαγιά μου και τέλος κάναμε το γύρο του γηπέδου της Ράσιγκ. Από πίσω βρισκόταν το παλιό μου σπίτι, δύο τετράγωνα απόσταση από το στάδιο. Αλλά τώρα που βρισκόμουν μπροστά στην πόρτα, τι να έκανα; Να ζητήσω από τους νέους ιδιοκτήτες να με αφήσουν να περάσω; Με ποια αφορμή; Δεν το είχα σκεφτεί. Σίγουρα έχανα τα μυαλά μου τριγυρνώντας εδώ και εκεί με ένα πεθαμένο μωρό.

Η Ανχελίτα πήρε την κατάσταση στα χέρια της. Δε χρειαζόταν να μπούμε μέσα. Μπορούσαμε να σκύψουμε για να δούμε την αυλή από την μεσοτοιχία, το μόνο που ήθελε εκείνη ήταν αυτό, να δει την αυλή. Κατασκοπεύαμε και οι δυο, εκείνη στην αγκαλιά μου, η μεσοτοιχία ήταν πολύ πιο χαμηλή, ήταν μάλλον κακοφτιαγμένη. Εκεί, όπου ήταν τότε ο κήπος, υπήρχε μια μπλε πλαστική πισίνα, χωμένη σε μια λακκούβα στο έδαφος. Φυσικά είχαν βγάλει έξω όλο το χώμα για να κάνουν την τρύπα, και με την ενέργεια αυτή είχαν πετάξει τα κόκαλα της Ανχελίτα ένας Θεός ξέρει πού, τα είχαν σκορπίσει εδώ και εκεί, είχαν χαθεί. Τη συμπόνεσα, την καημενούλα, και της ζήτησα ειλικρινά συγγνώμη, που δεν μπορούσα να της δώσω λύση. Μέχρι που της είπα κιόλας ότι λυπόμουν που δεν τα είχα ξεθάψει ξανά όταν το σπίτι πουλήθηκε, για να τα θάψω σε κάποιο ήσυχο μέρος, ή κοντά στην οικογένεια αν εκείνη έτσι επιθυμούσε. Όντως, θα μπορούσα ωραιότατα να τα βάλω μέσα σε ένα κουτί ή σε ένα βάζο, και να τα φέρω στο σπίτι! Ένιωσα άσχημα απέναντί της και της ζήτησα συγγνώμη. Η Ανχελίτα είπε ναι. Κατάλαβα ότι με συγχώρεσε. Τη ρώτησα αν τώρα είχε ηρεμήσει και θα έφευγε, αν θα με άφηνε μόνη μου. Μου είπε όχι. Καλά, απάντησα, και επειδή η απάντηση δε μου πολυάρεσε άρχισα να περπατάω γρήγορα μέχρι τη στάση του 15, αναγκάζοντάς την να με κυνηγάει με τα γυμνά της πόδια, που ήταν τόσο σάπια, που άφηναν να φαίνονται τα άσπρα κοκαλάκια τους.

Δευτέρα 20 Μαρτίου 2017

Federico García Lorca / Yerma - Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα / Γέρμα

Federico García Lorca

YERMA

Acto primero

CUADRO PRIMERO

Al levantarse el telón está Yerma dormida con un tabanque de costura a los pies. La escena tiene una extraña luz de sueño. Un Pastor sale de puntillas, mirando fijamente a Yerma. Lleva de la mano a un niño vestido de blanco. Suena el reloj. Cuando sale el pastor, la luz azul se cambia por una alegre luz de mañana de primavera. Yerma se despierta.

CANTO

Voz (dentro)

A la nana, nana, nana,
a la nanita le haremos
una chocita en el campo
y en ella nos meteremos.

YERMA. Juan. ¿Me oyes? Juan.
JUAN. Voy.
YERMA. Ya es la hora.
JUAN. ¿Pasaron las yuntas?
YERMA. Ya pasaron todas.
JUAN. Hasta luego. (Va a salir.)
YERMA. ¿No tomas un vaso de leche?
JUAN. ¿Para qué?
YERMA. Trabajas mucho y no tienes tú cuerpo para resistir los trabajos.
JUAN. Cuando los hombres se quedan enjutos se ponen fuertes, como el acero.
YERMA. Pero tú no. Cuando nos casamos eras otro. Ahora tienes la cara blanca como si no te diera en ella el sol. A mí me gustaría que fueras al río y nadaras, y que te subieras al tejado cuando la lluvia cala nuestra vivienda. Veinticuatro meses llevamos casados y tú cada vez más triste, más enjuto, como si crecieras al revés.
JUAN. ¿Has acabado?
YERMA. (Levantándose.) No lo tomes a mal. Si yo estuviera enferma me gustaría que tú me cuidases. «Mi mujer está enferma: voy a matar este cordero para hacerle un buen guiso de carne. Mi mujer está enferma: voy a guardar esta enjundia de gallina para aliviar su pecho; voy a llevarle esta piel de oveja para guardar sus pies de la nieve.» Así soy yo. Por eso te cuido.
JUAN. Y yo te lo agradezco.
YERMA. Pero no te dejas cuidar.
JUAN. Es que no tengo nada. Todas esas cosas son suposiciones tuyas. Trabajo mucho. Cada año seré más viejo.
YERMA. Cada año... Tú y yo seguiremos aquí cada año...
JUAN. (Sonriente.) Naturalmente. Y bien sosegados. Las cosa de la labor van bien, no tenemos hijos que gasten.
YERMA. No tenemos hijos... ¡Juan!
JUAN. Dime.
YERMA. ¿Es que yo no te quiero a ti?
JUAN. Me quieres.
YERMA. Yo conozco muchachas que han temblado y lloraron antes de entrar en la cama con sus maridos. ¿Lloré yo la primera vez que me acosté contigo? ¿No cantaba al levantar los embozos de Holanda? ¿Y no te dije: ¡Cómo huelen a manzana estas ropas!?
JUAN. ¡Eso dijiste!
YERMA. Mi madre lloró porque no sentí separarme de ella. ¡Y era verdad! Nadie se casó con más alegría. Y sin embargo...
JUAN. Calla.
YERMA. Callo. Y sin embargo...
JUAN. Demasiado trabajo tengo yo con oír en todo momento...
YERMA. No. No me repitas lo que dicen. Yo veo por mis ojos que eso no puede ser... A fuerza de caer la lluvia sobre las piedras éstas se ablandan y hacen crecer jaramagos, que las gentes dicen que no sirven para nada. Los jaramagos no sirven para nada, pero yo bien los veo mover sus flores amarillas en el aire.
JUAN. ¡Hay que esperar!
YERMA. ¡Sí, queriendo! (Yerma abraza y besa al Marido, tomando ella la iniciativa.)
JUAN. Si necesitas algo me lo dices y lo traeré. Ya sabes que no me gusta que salgas.
YERMA. Nunca salgo.
JUAN. Estás mejor aquí.
YERMA. Sí.
JUAN. La calle es para la gente desocupada.
YERMA. (Sombría.) Claro.

(El Marido sale y Yerma se dirige a la costura, se pasa la mano por el vientre, alza los brazos en un hermoso bostezo y se sienta a coser.)

¿De dónde vienes, amor, mi niño?
De la cresta del duro frío.

(Enhebra la aguja.)

¿Qué necesitas, amor, mi niño?
La tibia tela de tu vestido.
¡Que se agiten las ramas al sol
y salten las fuentes alrededor!

(Como si hablara con un niño.)

En el patio ladra el perro,
en los árboles canta el viento.
Los bueyes mugen al boyero
y la luna me riza los cabellos.
¿Qué pides, niño, desde tan lejos?

(Pausa)

Los blancos montes que hay en tu pecho.
¡Que se agiten las ramas al sol
y salten las fuentes alrededor!

(Cosiendo)

Te diré, niño mío, que sí.
Tronchada y rota soy para ti.
¡Cómo me duele esta cintura
donde tendrás primera cuna!
¿Cuándo, mi niño, vas a venir?

(Pausa)

Cuando tu carne huela a jazmín.
¡Que se agiten las ramas al sol
y salten las fuentes alrededor!

(Yerma queda cantando. Por la puerta entra María, que viene con un lío de ropa.)

YERMA. ¿De dónde vienes?
MARÍA. De la tienda.
YERMA. ¿De la tienda tan temprano?
MARÍA. Por mi gusto hubiera esperado en la puerta a que abrieran. ¿Y a que no sabes lo que he comprado?
YERMA. Habrás comprado café para el desayuno, azúcar, los panes.
MARÍA. No. He comprado encajes, tres varas de hilo, cintas y lana de color para hacer madroños. El dinero lo tenía mi marido y me lo ha dado él mismo.
YERMA. Te vas a hacer una blusa.
MARÍA. No, es porque... ¿sabes?
YERMA. ¿Qué?
MARÍA. Porque ¡ya ha llegado! (Queda con la cabeza baja.)

(Yerma se levanta y queda mirándola con admiración.)

YERMA. ¡A los cinco meses!
MARÍA. Sí.
YERMA. ¿Te has dado cuenta de ello?
MARÍA. Naturalmente.
YERMA. (Con curiosidad.)¿Y qué sientes?
MARÍA. No sé. (Pausa.) Angustia.
YERMA. Angustia. (Agarrada a ella.) Pero... ¿cuándo llegó? Dime... Tú estabas descuidada...
MARÍA. Sí, descuidada...
YERMA. Estarías cantando, ¿verdad? Yo canto. ¿Tú?..., dime.
MARÍA. No me preguntes. ¿No has tenido nunca un pájaro vivo apretado en la mano?
YERMA. Sí.
MARÍA. Pues lo mismo... pero por dentro de la sangre.
YERMA. ¡Qué hermosura! (La mira extraviada.)
MARÍA. Estoy aturdida. No sé nada.
YERMA. ¿De qué?
MARÍA. De lo que tengo que hacer. Le preguntaré a mi madre.
YERMA. ¿Para qué? Ya está vieja y habrá olvidado estas cosas. No andes mucho y cuando respires respira tan suave como si tuvieras una rosa entre los dientes.
MARÍA. Oye, dicen que más adelante te empuja suavemente con las piernecitas.
YERMA. Y entonces es cuando se le quiere más, cuando se dice ya ¡mi hijo!
MARÍA. En medio de todo tengo vergüenza.
YERMA. ¿Qué ha dicho tu marido?
MARÍA. Nada.
YERMA. ¿Te quiere mucho?
MARÍA. No me lo dice, pero se pone junto a mí y sus ojos tiemblan como dos hojas verdes.
YERMA. ¿Sabía él que tú...?
MARÍA. Sí.
YERMA. ¿Y por qué lo sabía?
MARÍA. No sé. Pero la noche que nos casamos me lo decía constantemente con su boca puesta en mi mejilla, tanto que a mí me parece que mi niño es un palomo de lumbre que él me deslizó por la oreja.
YERMA. ¡Dichosa!
MARÍA. Pero tú estás más enterada de esto que yo.
YERMA. ¿De qué me sirve?
MARÍA. ¡Es verdad! ¿Por qué será eso? De todas las novias de tu tiempo tú eres la única...
YERMA. Es así. Claro que todavía es tiempo. Elena tardó tres años, y otras antiguas, del tiempo de mi madre, mucho más, pero dos años y veinte días, como yo, es demasiada espera. Pienso que no es justo que yo me consuma aquí. Muchas veces salgo descalza al patio para pisar la tierra, no sé por qué. Si sigo así, acabaré volviéndome mala.
MARÍA. ¡Pero ven acá, criatura! Hablas como si fueras una vieja. ¡Qué digo! Nadie puede quejarse de estas cosas. Una hermana de mi madre lo tuvo a los catorce años, ¡y si vieras qué hermosura de niño!
YERMA. (Con ansiedad.) ¿Qué hacía?
MARÍA. Lloraba como un torito, con la fuerza de mil cigarras cantando a la vez, y nos orinaba y nos tiraba de las trenzas y, cuando tuvo cuatro meses, nos llenaba la cara de arañazos.
YERMA. (Riendo.) Pero esas cosas no duelen.
MARÍA. Te diré...
YERMA. ¡Bah! Yo he visto a mi hermana dar de mamar a su niño con el pecho lleno de grietas y le producía un gran dolor, pero era un dolor fresco, bueno, necesario para la salud.
MARÍA Dicen que con los hijos se sufre mucho.
YERMA. Mentira. Eso lo dicen las madres débiles, las quejumbrosas. ¿Para qué los tienen? Tener un hijo no es tener un ramo de rosas. Hemos de sufrir para verlos crecer. Yo pienso que se nos va la mitad de nuestra sangre. Pero esto es bueno, sano, hermoso. Cada mujer tiene sangre para cuatro o cinco hijos, y cuando no los tienen se les vuelve veneno, como me va a pasar a mí.
MARÍA. No sé lo que tengo.
YERMA. Siempre oí decir que las primerizas tienen susto.
MARÍA. (Tímida.) Veremos... Como tú coses tan bien...
YERMA. (Cogiendo el lío.) Trae. Te cortaré los trajecitos. ¿Y esto?
MARÍA. Son los pañales.
YERMA. Bien. (Se sienta.)
MARÍA. Entonces... Hasta luego.
(Se acerca y Yerma le coge amorosamente el vientre con las manos.)
YERMA. No corras por las piedras de la calle.
MARÍA. Adiós. (La besa. Sale.)
YERMA. ¡Vuelve pronto! (Yerma queda en la misma actitud que al principio. Coge las tijeras y empieza a cortar. Sale Víctor.) Adiós, Víctor.
VÍCTOR. (Es profundo y lleno de firme gravedad.) ¿Y Juan?
YERMA. En el campo.
VÍCTOR. ¿Qué coses?
YERMA. Corto unos pañales.
VÍCTOR. (Sonriente.) ¡Vamos!
YERMA. (Ríe.) Los voy a rodear de encajes.
VÍCTOR. Si es niña le pondrás tu nombre.
YERMA. (Temblando.) ¿Cómo?...
VÍCTOR. Me alegro por ti.
YERMA. (Casi ahogada.) No..., no son para mí. Son para el hijo de María.
VÍCTOR. Bueno, pues a ver si con el ejemplo te animas. En esta casa hace falta un niño.
YERMA. (Con angustia.) Hace falta.
VÍCTOR. Pues adelante. Dile a tu marido que piense menos en el trabajo. Quiere juntar dinero y lo juntará, pero ¿a quién lo va a dejar cuando se muera? Yo me voy con las ovejas. Le dices a Juan que recoja las dos que me compró. Y en cuanto a lo otro..., ¡que ahonde! (Se va sonriente.)
YERMA. (Con pasión.) Eso, ¡que ahonde!

(Yerma, que en actitud pensativa se levanta y acude al sitio donde ha estado y respira fuertemente como si aspirara aire de montaña, después va al otro lado de la habitación, como buscando algo, y de allí vuelve a sentarse y coge otra vez la costura. Comienza a coser y queda con los ojos fijos en un punto.)


TELÓN.



Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα

                                                     ΓΕΡΜΑ

                                                 Πράξη πρώτη

                                               ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ

Με το άνοιγμα της αυλαίας η Γέρμα κοιμάται  έχοντας στα πόδια της ένα καλάθι ραπτικής. Η σκηνή έχει ένα περίεργο φως σαν σε όνειρο. Ένας βοσκός βγαίνει στις μύτες των ποδιών του, κοιτάζοντας έντονα την Γέρμα. Κρατάει από το χέρι ένα παιδί  ντυμένο στ’ άσπρα. Χτυπάει το ρολόι. Μόλις βγαίνει ο βοσκός το γαλάζιο φως γίνεται ένα ζωηρό φως ανοιξιάτικου πρωινού. Η Γέρμα ξυπνάει.

ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Φωνή. (από μέσα)

 Έλα, ύπνε, και πάρε το                                  
και πάν’ το στα λιβάδια,
που κελαηδούνε τα πουλιά
και παίζουν τα κοπάδια.

ΓΕΡΜΑ. Χουάν, μ’ ακούς Χουάν;
ΧΟΥΑΝ. Έρχομαι.
ΓΕΡΜΑ. Ναι, είναι ώρα.
ΧΟΥΑΝ. Πέρασαν οι ζευγάδες;
ΓΕΡΜΑ. Ναι, πέρασαν όλοι εδώ και ώρα.
ΧΟΥΑΝ. Γεια σου. (Κάνει να βγει.)
ΓΕΡΜΑ. Γιατί δεν πίνεις ένα ποτήρι γάλα;
ΧΟΥΑΝ. Για ποιο λόγο;
ΓΕΡΜΑ. Δουλεύεις πολύ και το σκαρί σου δεν αντέχει τις δουλειές.
ΧΟΥΑΝ. Οι αδύνατοι άνδρες είναι δυνατοί σαν το ατσάλι.
ΓΕΡΜΑ. Εσύ όμως όχι. Όταν παντρευτήκαμε ήσουν αλλιώς. Τώρα το πρόσωπό σου είναι άσπρο, λες και δεν σε έχει δει ποτέ ήλιος. Θα μου άρεσε να κολυμπούσες στο ποτάμι και να ανέβαινες στα κεραμίδια όταν η βροχή μουσκεύει το σπίτι μας. Εικοσιτέσσερις μήνες είμαστε παντρεμένοι και συ είσαι όλο και πιο λυπημένος, όλο και πιο αδύνατος, λες και με το πέρασμα του χρόνου, αντί να μεγαλώνεις, «μαζεύεις».
ΧΟΥΑΝ. Τελείωσες;
ΓΕΡΜΑ. (Ενώ σηκώνεται.) Μην το παίρνεις στραβά. Αν εγώ ήμουν άρρωστη θα ήθελα να με φροντίζεις εσύ. «Η γυναίκα μου είναι άρρωστη: θα σφάξω αυτό το αρνάκι για να της φτιάξω ένα ωραίο βραστό. Η γυναίκα μου είναι άρρωστη: θα κρατήσω αυτή τη κότα και με μια σουπίτσα θα ξαλαφρώσει το στήθος της, θα της πάω αυτήν την προβιά για να της κρατάει ζεστά τα πόδια από το χιόνι.» Έτσι είμαι εγώ. Γι’ αυτό σε φροντίζω.
ΧΟΥΑΝ.  Και γω, σ’ ευχαριστώ.
ΓΕΡΜΑ.  Δεν μ’ αφήνεις όμως να σε φροντίζω.
ΧΟΥΑΝ. Μα, δεν έχω τίποτα. Όλα αυτά είναι στο μυαλό σου. Δουλεύω πολύ και είναι φυσικό κάθε χρόνο να  γερνάω όλο και περισσότερο.
ΓΕΡΜΑ. Κάθε χρόνο… Εσύ και εγώ, πάντα εδώ, κάθε χρόνο…
ΧΟΥΑΝ. (Χαμογελαστός.) Φυσικά. Και πολύ καλά βολεμένοι. Η δουλειά πάει καλά και παιδιά δεν έχουμε να μας βάζουν σε έξοδα.
ΓΕΡΜΑ. Δεν έχουμε παιδιά… Χουάν!
ΧΟΥΑΝ. Πες μου.
ΓΕΡΜΑ. Το ξέρεις ότι σ’ αγαπώ, έτσι δεν είναι;
ΧΟΥΑΝ. Μ’ αγαπάς.
ΓΕΡΜΑ. Ξέρω κορίτσια που έκλαιγαν και έτρεμαν πριν πέσουν στο κρεβάτι με τους άντρες τους. Εγώ έκλαψα την πρώτη φορά που πλάγιασα μαζί σου; Εγώ δεν τραγουδούσα όταν σήκωνα τα βατιστένια σεντόνια; Και δεν σου είπα: μοσχοβολάνε μήλο αυτά τα στρωσίδια;
ΧΟΥΑΝ.  Ναι, αυτό είπες.
ΓΕΡΜΑ. Η μάνα μου έκλαψε γιατί δεν λυπήθηκα όταν αποχωριζόμασταν η μια την άλλη. Και ήταν αλήθεια! Καμιά δεν παντρεύτηκε ποτέ με περισσότερη χαρά. Όμως…
ΧΟΥΑΝ. Σώπα.
ΓΕΡΜΑ. Σωπαίνω, όμως…
ΧΟΥΑΝ. Μπούχτισα πια ν’ ακούω όλη την ώρα …
ΓΕΡΜΑ. Όχι. Μην μου λες κάθε λίγο και λιγάκι αυτά που λένε οι άλλοι. Βλέπω με τα ίδια μου τα μάτια ότι δεν μπορεί… Η βροχή που πέφτει πάνω στις πέτρες τις μαλακώνει και ανάμεσά τους φυτρώνουν χορταράκια, που ο κόσμος λέει ότι είναι άχρηστα. Μπορεί τα χορταράκια να είναι άχρηστα, εγώ όμως χαίρομαι να τα βλέπω να κουνούν στον αέρα τα κίτρινα λουλούδια τους.
ΧΟΥΑΝ. Θέλει υπομονή!
ΓΕΡΜΑ. Ναι, και αγάπη! (Η Γέρμα παίρνοντας η ίδια την πρωτοβουλία, αγκαλιάζει και φιλάει τον Σύζυγο.)
ΧΟΥΑΝ. Αν κάτι χρειαστείς πες μου και θα στο φέρω. Ξέρεις ότι δεν θέλω να βγαίνεις έξω.
ΓΕΡΜΑ. Ποτέ δεν βγαίνω έξω.
ΧΟΥΑΝ. Είσαι καλύτερα εδώ.
ΓΕΡΜΑ. Ναι.
ΧΟΥΑΝ. Ο δρόμος είναι για τους αργόσχολους.
ΓΕΡΜΑ. (κατηφής.) Έτσι είναι.

(Ο Σύζυγος βγαίνει και η Γέρμα πηγαίνει προς τα ραφτικά, πιάνει την κοιλιά της, σηκώνει τα χέρια της σε ένα ωραιότατο χασμουρητό και κάθεται να ράψει.)

                                      Θάρθεις παιδί μου, γλυκιά αποθυμιά;
                                       Θάρθω απ’ τ’ αγιάζι και τη παγωνιά

(Περνάει την κλωστή στην βελόνα)

                                      Θάρθεις, παιδί μου, αγάπη μου γλυκιά;
                                      Στου ρούχου σου την άγια ζεστασιά.
                                      Κλαριά  τον ήλιο χαιρετίστε
                                      πηγές τριγύρω αναβλύστε!

(Σαν να μιλά με ένα παιδί.)

                                     Στην αυλή γαβγίζει το σκυλί,
                                     Ο αέρας ψιθυρίζει στο δεντρί
                                     Τα βόδια μουγκανίζουν στον ζευγά
                                     το φεγγάρι μου χαϊδεύει τα μαλλιά.
                                     Τι ζητάς, παιδί μου απ’ τ’ άστρα

(Παύση)

                                     Του στήθους σου τα βουνά τ’ άσπρα.
                                      Κλαριά  τον ήλιο χαιρετίστε
                                      πηγές τριγύρω αναβλύστε!

(Ράβοντας)

                                    Παιδάκι μου μικρό, παιδάκι μου καλό,
                                    Για σένα λειώνω, άλλο δε μπορώ.
                                    Αυτή η μεσούλα μου που τόσο πονεί 
                                    Αγκαλιά σαν σε πάρει θε θα χαρεί!
                                    Θάρθεις, παιδί μου, αγάπη μου, ζωή;

(Παύση)                                                   

                                     Όταν η σάρκα σου μυρίζει  γιασεμί.
                                      Κλαριά  τον ήλιο χαιρετίστε
                                      πηγές τριγύρω αναβλύστε!

(Η Γέρμα συνεχίζει το τραγούδι. Μπαίνει από την πόρτα η Μαρία κρατώντας έναν μπόγο με ρούχα.)

ΓΕΡΜΑ. Από πού έρχεσαι;
ΜΑΡΙΑ. Από το μαγαζί.
ΓΕΡΜΑ. Τόσο νωρίς από το μαγαζί;
ΜΑΡΙΑ. Από την λαχτάρα μου θα μπορούσα να στηθώ έξω από την πόρτα μέχρι να ανοίξουν. Και ξέρεις τι αγόρασα;
ΓΕΡΜΑ. Φαντάζομαι  πήρες καφέ για το πρωινό, ζάχαρη και ψωμάκια.
ΜΑΡΙΑ. Όχι. Αγόρασα δαντέλες, τρία πανάκια, κορδέλες και χρωματιστό μαλλί για να κάνω τις φούντες. Ο άντρας μου είχε λεφτά και μου τα έδωσε μόνος του.
ΓΕΡΜΑ. Θα φτιάξεις καμιά μπλούζα;
ΜΑΡΙΑ. Όχι, είναι επειδή…Ξέρεις τώρα…
ΓΕΡΜΑ. Τι πράγμα;
ΜΑΡΙΑ. Επειδή, επιτέλους έφθασε! (Έχει κατεβασμένο το κεφάλι.)

(Η Γέρμα σηκώνεται και την κοιτάζει με θαυμασμό.)

ΓΕΡΜΑ. Μέσα σε πέντε μήνες!
ΜΑΡΙΑ. Ναι.
ΓΕΡΜΑ. Το ένιωσες;
ΜΑΡΙΑ. Βέβαια.
ΓΕΡΜΑ. (Με περιέργεια.) Και τι αισθάνεσαι;
ΜΑΡΙΑ. Δεν ξέρω. (Παύση.) Άγχος.
ΓΕΡΜΑ. Άγχος. (Κρέμεται από τα λόγια της.) Όμως …τότε που το ένιωσες …, πες μου …ήσουν αφηρημένη;
ΜΑΡΙΑ. Ναι, ήμουν αφηρημένη…
ΓΕΡΜΑ. Τραγουδούσες, έτσι δεν είναι; Και γω τραγουδάω. Εσύ;… Πες μου.
ΜΑΡΙΑ. Μη με ρωτάς. Έχεις  ποτέ κρατήσει σφιχτά στο χέρι σου ένα ζωντανό πουλί;
ΓΕΡΜΑ. Ναι.
ΜΑΡΙΑ. Λοιπόν είναι το ίδιο, μόνο που είναι μέσα στο αίμα σου. 
ΓΕΡΜΑ. Τι όμορφο!(Την κοιτάζει συνεπαρμένη.)
ΜΑΡΙΑ. Είμαι σαστισμένη. Δεν ξέρω τίποτα.
ΓΕΡΜΑ. Για ποιο πράγμα;
ΜΑΡΙΑ. Γι’ αυτά που πρέπει να κάνω. Θα ρωτήσω τη μάνα μου.
ΓΕΡΜΑ. Για ποιο λόγο; Η μάνα σου είναι πια γριά και σίγουρα έχει ξεχάσει αυτά τα πράγματα. Μην περπατάς πολύ και όταν αναπνέεις, να το κάνεις τόσο απαλά σαν να είχες ένα τριαντάφυλλο ανάμεσα στα δόντια σου.
ΜΑΡΙΑ. Ξέρεις, λένε ότι αργότερα σε σπρώχνει μαλακά με τις πατουσίτσες του.
ΓΕΡΜΑ. Και τότε είναι που το αγαπάς περισσότερο, τότε είναι που θα το πεις πια παιδί μου!
ΜΑΡΙΑ. Και μ’ όλα αυτά ντρέπομαι.
ΓΕΡΜΑ. Τι είπε ο άντρας σου;
ΜΑΡΙΑ. Τίποτα.
ΓΕΡΜΑ. Σ’ αγαπάει πολύ;
ΜΑΡΙΑ. Δεν μου το λέει, κάθεται όμως δίπλα μου και τα μάτια του τρέμουν σαν δυο πράσινα φύλλα.
ΓΕΡΜΑ. Ήξερε ότι εσύ …;
ΜΑΡΙΑ. Ναι.
ΓΕΡΜΑ. Πως το ήξερε;
ΜΑΡΙΑ. Δεν ξέρω. Την πρώτη νύχτα του γάμου μας δεν σταματούσε να μου το λέει με το στόμα του κολλημένο στο μάγουλο μου, τόσο που μου φαίνεται ότι το παιδί μου είναι ένα περιστέρι της φωτιάς που εκείνος μου έχωσε στο αυτί.
ΓΕΡΜΑ. Είσαι καλότυχη!
ΜΑΡΙΑ. Εσύ όμως ξέρεις πιο πολλά γι’ αυτό το θέμα από ότι εγώ.  
ΓΕΡΜΑ. Και που ξέρω, ποιο το όφελος;
ΜΑΡΙΑ. Είναι αλήθεια! Γιατί να είναι έτσι όμως; Από όλες τις νύφες που παντρεύτηκαν τη ίδια εποχή είσαι η μόνη που…
ΓΕΡΜΑ. Έτσι είναι. Έχω βέβαια καιρό μπροστά μου. Η Ελένα άργησε τρία χρόνια, και άλλες μεγαλύτερες, της εποχής της μάνας μου, πολύ περισσότερο, όμως δυο χρόνια και είκοσι μέρες, που εγώ περιμένω είναι πολύς καιρός. Σκέφτομαι ότι είναι άδικο να χαραμίζομαι εδώ μέσα. Δεν ξέρω γιατί αλλά πολλές φορές βγαίνω ξυπόλητη στην αυλή για να πατήσω το χώμα. Αν συνεχίσω έτσι, δεν με βλέπω καλά.
ΜΑΡΙΑ. Μα, για στάσου! Μιλάς σαν να είσαι καμιά γριά. Μα τι λέω; Κανείς δεν πρέπει να παραπονιέται γι’ αυτά τα πράγματα. Μια αδελφή της μάνας μου τα κατάφερε μετά από δεκατέσσερα χρόνια, και νάβλεπες τι όμορφο μωρό έκανε!
ΓΕΡΜΑ. (Με λαχτάρα.) Τι έκανε;
ΜΑΡΙΑ. Έκλαιγε σαν παλαβό και έκανε τέτοιο σαματά σαν χίλια τζιτζίκια μαζί, μας κατουρούσε και μας τραβούσε από τις κοτσίδες μας, και όταν έγινε τεσσάρων μηνών μας γέμιζε το πρόσωπο με γρατζουνιές.
ΓΕΡΜΑ. (Γελώντας.) Καλέ, αυτά τα πράγματα δεν πονάνε.
ΜΑΡΙΑ. Τι μας λες, καλέ;
ΓΕΡΜΑ. Σιγά! Εγώ είδα την αδελφή μου να βυζαίνει το μωρό της και να είναι το βυζί της μεσ’ τις πληγές και να τρελαίνεται στον πόνο, ήταν όμως ένας πόνος ανάλαφρος, γλυκός, σκέτο βάλσαμο.
ΜΑΡΙΑ. Λένε ότι τα  παιδιά είναι μεγάλο βάσανο.
ΓΕΡΜΑ. Ψέματα. Αυτό το λένε οι αδύναμες μάνες, οι κλαψιάρες. Γιατί λοιπόν τα κάνουν; Ένα παιδί δεν είναι, παίξε γέλασε, είναι σαν ένα κλαδί με τριαντάφυλλα. Θέλει να αγωνιστείς για να το μεγαλώσεις. Πιστεύω ότι χάνουμε το μισό μας αίμα. Αυτό όμως είναι καλό, ωφέλιμο, είναι όμορφο. Κάθε γυναίκα έχει αίμα για τέσσερα ή πέντε παιδιά, και αν δεν τα κάνει το αίμα αυτό γίνεται δηλητήριο, όπως θα γίνει και σε μένα.
ΜΑΡΙΑ. Δεν ξέρω τι μου συμβαίνει.
ΓΕΡΜΑ. Πάντα άκουγα να λένε ότι οι πρωτάρες φοβούνται.
ΜΑΡΙΑ. (Ντροπαλή.) Θα δούμε…Τι ωραία που ράβεις…
ΓΕΡΜΑ. (Παίρνοντας τον μπόγο.) Φέρε. Θα σου κόψω τα ρουχαλάκια. Αυτό τι είναι;
ΜΑΡΙΑ. Οι φασκιές.
ΓΕΡΜΑ. Ωραία.(Κάθεται.)
ΜΑΡΙΑ. Λοιπόν… εγώ φεύγω.

(Πλησιάζει και η Γέρμα  της πιάνει με πάθος την κοιλιά.)

ΓΕΡΜΑ. Μην τρέχεις στο πλακόστρωτο.
ΜΑΡΙΑ. Αντίο. (Την φιλάει. Βγαίνει.)
ΓΕΡΜΑ. Να ξανάρθεις γρήγορα! (Η Γέρμα είναι στην ίδια στάση που είχε και στην αρχή. Παίρνει το ψαλίδι και αρχίζει να κόβει. Βγαίνει ο Βίκτορ.) Γεια σου, Βίκτορ.
ΒΙΚΤΟΡ. (Είναι σκεπτικός και σοβαρός.) Που είναι ο Χουάν;
ΓΕΡΜΑ. Στα χωράφια.
ΒΙΚΤΟΡ Τι ράβεις;
ΓΕΡΜΑ. Κόβω φασκιές.
ΒΙΚΤΟΡ. (Χαμογελαστός.) Μπράβο!
ΓΕΡΜΑ. (Γελάει.)  Θα βάλω γύρω-γύρω δαντέλα.
ΒΙΚΤΟΡ. Αν είναι κορίτσι να της δώσεις το όνομά σου.
ΓΕΡΜΑ. (Τρέμοντας.) Τι λες;
ΒΙΚΤΟΡ. Χαίρομαι πολύ για σένα.
ΓΕΡΜΑ. (Σχεδόν σαν να πνίγεται.) Όχι …, δεν είναι για μένα. Είναι για το μωρό της Μαρία.
ΒΙΚΤΟΡ. Α καλά, μετά από αυτήν άντε να παίρνεις και συ σειρά. Απ’  αυτό το σπίτι λείπει ένα παιδί.
ΓΕΡΜΑ. (Αγχωμένη.) Ναι, λείπει.
ΒΙΚΤΟΡ. Άντε λοιπόν, πες στον άντρα σου να μην σκέφτεται τόσο πολύ τη δουλειά. Θέλει όλο να μαζεύει λεφτά και τα μαζεύει μια χαρά, αλλά σε ποιόν θα τα αφήσει όταν πεθάνει; Παίρνω τα πρόβατα και φεύγω. Πες στον Χουάν να έρθει να πάρει τα δυο που αγόρασε. Όσο για το άλλο …, να βάλει τα δυνατά του! (Φεύγει χαμογελαστός.)
ΓΕΡΜΑ. (Με πάθος.) Ναι, να βάλει τα δυνατά του!

(Η Γέρμα, σκεπτική, σηκώνεται και πηγαίνει στο σημείο που βρισκόταν ο Βίκτορ. Αναπνέει βαθιά σαν να ρουφάει αέρα του βουνού, μετά πηγαίνει στην άλλη πλευρά του δωματίου, σαν κάτι να ψάχνει, και από εκεί κάθεται πάλι και ξαναπιάνει το ράψιμο. Αρχίζει να ράβει ενώ τα μάτια της μένουν καρφωμένα σε ένα σημείο.)

                                                          ΑΥΛΑΙΑ



Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα


Γεννήθηκε στο Φουέντε Βακέρος το 1898. Ο πατέρας του ήταν αγρότης κι η μητέρα του δασκάλα πιάνου. Φοίτησε σε σχολείο Ιησουϊτών στην Γρανάδα και, μετά από πιέσεις του πατέρα του, γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου της Γρανάδα, την οποίαν όμως εγκατέλειψε σύντομα, για να ασχοληθεί με τη λογοτεχνία, τη μουσική και τη ζωγραφική. Το 1919, εγκαταστάθηκε στη Φοιτητική Κατοικία του Πανεπιστημίου της Μαδρίτης, που τότε λειτουργούσε ως ανοιχτό πανεπιστήμιο, πολιτιστικό κέντρο, της ισπανικής πρωτεύουσας. Εκεί συνάντησε τον Σαλβαδόρ Νταλί, τον σκηνοθέτη Λουίς Μπουνιουέλ,  και τον ποιητή Ραφαέλ Αλμπέρτι. Την ίδια περίοδο συνέθεσε τα πρώτα του ποιήματα που κυκλοφόρησαν το 1921, με τίτλο Βιβλίο Ποιημάτων. Λίγο νωρίτερα, το 1918, είχε δημοσιεύσει το έργο Εντυπώσεις & Τοπία περιδιαβαίνοντας την Καστίλη.
       Το 1922, συνεργάστηκε με τον συνθέτη Μανουέλ ντε Φάγια στο Φεστιβάλ Λαϊκής Μουσικής, στην Γρανάδα. Στις παραδόσεις της λαϊκής και τσιγγάνικης μουσικής πίστευε πως βρίσκει τη βάση των ποιητικών και πνευματικών του ενορμήσεων. Δημιούργημα του, εκείνη την εποχή, ήταν το Ποίημα Του Κάντε Χόντο, λαϊκό τραγούδι της Ανδαλουσίας, που τραγουδιέται από τσιγγάνους με συνοδεία κιθάρας και λίγο αργότερα, το 1924, ξεκίνησε να γράφει το Ρομανθέρο Χιτάνο, έργο που ολοκλήρωσε τελικά το 1927, σύνθεση 18 ποιημάτων με σταθερή στιχουργική μορφή, έκφραση μιας από τις αρχαιότερες μορφές ισπανικής ποίησης. Την ίδια περίοδο συνέθεσε και την Ωδή Στον Σαλβαντόρ Νταλί ενώ παράλληλα έγραψε το θεατρικό έργο Μαριάνα Πινέδα, που πρωτοπαρουσιάστηκε στην Βαρκελώνη, την ίδια χρονιά, σε σκηνογραφία Νταλί, σημειώνοντας επιτυχία.
     Τα έτη 1929-1930, αναζήτησε νέες πηγές έμπνευσης και ταξίδεψε στις ΗΠΑ και στην Κούβα. Οι εμπειρίες του στις Ηνωμένες Πολιτείες αξιοποιήθηκαν στο ποίημα Ένας Ποιητής Στη Νέα Υόρκη. Επέστρεψε στην Ισπανία το 1931 και συνέθεσε το Ντιβάνι Της Ταμαρίτ, ενώ παράλληλα δούλεψε και πάνω σε έργα για το κουκλοθέατρο. Εκεί έδειξε ξεκάθαρα πως επέλεγε ως κύρια ενασχόλησή του, τη συγγραφή θεατρικών και τα τρία τελευταία χρόνια της ζωής του ολοκλήρωσε τις κορυφαίες του δημιουργίες: Το Σπίτι Της Μπερνάρντα Άλμπα, Ματωμένος Γάμος, Γέρμα, Θρήνος Για Τον Ιγκνάθιο Σάντσεθ Μεχίας, τραγωδίες με θέμα τη κοινωνική καταπίεση κι έκδηλο το ανθρώπινο στοιχείο.
        Με την εγκαθίδρυση της Δημοκρατίας, οργάνωσε μία θεατρική ομάδα υπό την ονομασία La Barraca, η οποία με τη βοήθεια του Υπουργείου Παιδείας, έδωσε παραστάσεις κλασικών έργων σε χώρους εργατών κι αγροτικές περιοχές. Το 1936 υποδέχθηκε τον Αλμπέρτι, καθώς επέστρεψε από τη Μόσχα. Συνέταξε μια διακήρυξη συγγραφέων κατά του φασισμού κι ξεκίνησε να γράφει μια σειρά θεατρικών σκηνών με μορφή επιθεώρησης, ωστόσο τον Ιούλιο της ίδιας χρονιάς ξέσπασε ο ισπανικός εμφύλιος πόλεμος. Στις 19 Αυγούστου οι φασίστες Φρανκιστές τον εκτέλεσαν στην περιοχή της Γρανάδας. Ο τάφος του δε βρέθηκε ποτέ ενώ ήταν τότε σε ηλικία 38 ετών.
Έγραψε και άλλα έργα όπως είναι: Τα Μάγια Της Πεταλούδας το 1925, Τα Πρώτα Τραγούδια το 1926, Τραγούδια το 1927, Δόκτωρ Περλιμπλίν & Μπελίσα και Οι Φασουλήδες Του Κατσιπόρα το 1928.