Βιογραφικό Σημείωμα

Βιογραφικό Σημείωμα

Σάββατο 30 Ιουλίου 2016

"Ιστορία μιας σκάλας" του Αντόνιο Μπουέρο Βαγιέχο. Μετάφραση από τα ισπανικά στα ελληνικά. Κριτική



Δευτέρα, 21 Σεπτεμβρίου 2015 22:30 Stavros Chatzis















Ισπανικό θέατρο;

Αν ρωτήσουμε οποιονδήποτε αν θα ήθελε να δει κάποιο θεατρικό έργο ισπανόφωνου συγγραφέα, νομίζω ότι η πλειοψηφία θα έλεγε ότι θέλει να δει το Ματωμένος Γάμος του Λόρκα. Ίσως το πιο γνωστό έργο του πιο διάσημου ισπανόφωνου θεατρικoύ συγγραφέα. Θέλεις που είναι λίγο πιο σύγχρονο, θέλεις που έγινε κινηματογραφική ταινία από τον επίσης διάσημο σκηνοθέτη Κάρλος Σάουρα (https://www.youtube.com/watch?v=NGXwj3DAnjI), θέλεις που ο Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα ήταν τραγική φιγούρα, αφού εκτελέστηκε νεαρός και με μια προδιαγραφόμενη λαμπρή καριέρα, αυτό θα διάλεγαν οι περισσότεροι. Κάποιοι ίσως να διάλεγαν και το Γιέρμα, του ίδιου συγγραφέα. Οι λιγότεροι, μάλλον φανατικοί λάτρεις του θεάτρου, ή απόφοιτοι Ισπανικής Φιλολογίας, θα προσπαθούσαν να κάνουν την διαφορά επιλέγοντας κάποιο έργο του Λόπε ντε Βέγκα, του Καλντερόν ντε λα Μπάρκα, κάποια εκδοχή του Δον Ζουάν, του Τίρσο ντε Μολίνα που θεωρείται η πρώτη όλων των εποχών, την ρομαντική του Χοσέ Θορρίγια ή κάποια άλλη. Και φυσικά οι εξυπνότεροι και πιο καλλιεργημένοι (σύμφωνα με διάφορα μέλη της οικογενείας μου που με απείλησαν ότι αν δεν την αναφέρω, θα μου κόψουν την καλημέρα), θα επιλέξουν κάποιο έργο της Σορ Χουάνα Ινές ντε λα Κρους.


Σορ Χουάνα Ινές ντε λα Κρους, μία από τις σημαντικότερες πένες της λογοτεχνίας όχι μόνο του Μεξικού αλλά γενικότερα των ισπανικών γραμμάτων.



Προσωπικές εμπειρίες που λίγο θα σας ενδιαφέρουν

Εγώ πάλι, εδώ και περίπου είκοσι χρόνια θέλω να δω απελπισμένα αλλά χωρίς να τα καταφέρνω κάτι άλλο: την Ιστορία μίας σκάλας του Αντόνιο Μπουέρο Βαγιέχο. Το γιατί, είναι αρκετά δύσκολο να το εξηγήσω, αλλά παρόλα αυτά θα προσπαθήσω. Ίσως είναι λοιπόν επειδή είναι το πρώτο έργο για το οποίο άκουσα Ισπανό να μου μιλάει είκοσι χρόνια πριν, και μου σφηνώθηκε στο μυαλό. Ίσως πάλι επειδή τρία χρόνια πριν μου είπε η Virginia López Recio, καθηγήτρια του ΕΑΠ και του Ινστιτούτου Θερβάντες, ότι παρουσιάζει ομοιότητες με την Αυλή των Θαυμάτων του Ιάκωβου Καμπανέλλη, κάτι που μου προξένησε ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ίσως και να είναι όλη η ιστορία του έργου: γραμμένο από ένα ρεπουμπλικάνο, πρώην φυλακισμένο ως αντιφρονούντα, σε μία εξαιρετικά δύσκολη εποχή (τέλη της δεκαετίας του ’40, με το καθεστώς του Φράνκο να δέχεται μεγάλη πίεση από την διεθνή κοινότητα και την χώρα να περνάει δύσκολες στιγμές οικονομικά), κέρδισε τελικά το Βραβείο Λόπε ντε Βέγκα κόντρα σε κάθε πρόβλεψη αφού κανένας δεν περίμενε να κερδίσει ένα έργο που ασκούσε κοινωνική κριτική. Αν μου ασκούσε τέτοια έλξη το συγκεκριμένο έργο, πώς κι έτυχε να μην το δω ή διαβάσω ποτέ; Προφανώς εξαιτίας συγκυρίων και ίσως και η έλξη που μου ασκούσε να οφείλεται στο ότι οι συγκυρίες δεν μου επέτρεψαν να το δω για τόσο καιρό. Και γιατί αποφάσισα τελικά να το διαβάσω τώρα; Επειδή πέρυσι ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, η Ματθίλδη Σιμχά και η Χρυσούλα Κλήμη έκαναν μία μετάφραση του έργου και μπορείτε πλέον να το διαβάσετε ακόμη κι αν δεν εμπιστεύεστε τόσο τα ισπανικά σας. Είπα λοιπόν να πάρω το βιβλίο, να διαβάσω και το πρωτότυπο και να κάνω τις απαραίτητες συγκρίσεις. Αλλά σαν πολύ δεν σας κούρασα με τα προσωπικά μου; Ας δούμε λίγο τι είναι περίπου αυτό το έργο.


Δυο λόγια για τη «Σκάλα» (αυτός θα ήταν ο τίτλος του έργου, αν δεν το είχε προλάβει ήδη άλλος)






Το έργο λέγεται «Ιστορία μίας σκάλας» επειδή προφανώς μία σκάλα παίζει σημαντικό ρόλο στο έργο. Είναι η σκάλα μίας πολυκατοικίας που οδηγεί στον 5ο όροφο που έχει 4 διαμερίσματα, όπου ζουν οι πρωταγωνιστές. Το έργο έχει τρεις πράξεις που αντιστοιχούν σε διαφορετικές χρονικές περιόδους (η πρώτη τοποθετείται στο 1919, η δεύτερη στο 1929 και η τρίτη στο τέλος της δεκαετίας του ’40). Στην πρώτη πράξη, στο ένα διαμέρισμα ζει ένας ονειροπόλος αλλά μάλλον τεμπέλης νεαρός (Φερνάντο) με τη μητέρα του, σε ένα άλλο μία μάλλον κουτσομπόλα αλλά ειλικρινής κυρία (Πάκα) με τον άντρα της, τις δύο κόρες της (Τρίνι και Ρόσα) και τον εργάτη γιο της (Ουρμπάνο), στο τρίτο ένας ευκατάστατος κύριος (Δον Μανουέλ) με την χαϊδεμένη κόρη του (Ελβίρα) και στο τελευταίο μία κυρία (Χενερόσα) με τον νταβατζή – έψαξα κάποια πιο ορθή πολιτικά λέξη, αλλά δεν βρήκα - γιο της (Πέπε) και την κόρη της (Καρμίνα). Η Ελβίρα αγαπάει τον Φερνάντο και θέλει να τον παντρευτεί, αυτός όμως προτιμάει την Καρμίνα, στην οποία κάνει ερωτική εξομολόγηση στο τέλος της πρώτης πράξης, όταν και της αφηγείται όλα τα όνειρα του, να γίνει σχεδιαστής, μετά αρχιτέκτονας, να την παντρευτεί και να φύγουν από την πολυκατοικία που αντιπροσωπεύει για αυτούς ό,τι πιο ποταπό υπάρχει.
Στην δεύτερη πράξη όμως αποκαλύπτεται ότι τελικά ο Φερνάντο παντρεύτηκε την Ελβίρα (μάλλον για τα λεφτά του πατέρα της) και η Καρμίνα στο τέλος της ίδιας πράξης δέχεται να παντρευτεί τον Ουρμπάνο. Στο ενδιάμεσο, έχουμε δει και κάποιο επεισόδιο με την Ρόσα, που έχει μπλέξει με τον Πέπε, την Τρίνι που δείχνει ότι θα μείνει γεροντοκόρη και τον πατέρα της.
Στην τρίτη πράξη, πέρα από την ένταση ανάμεσα στα δυο ζευγάρια, απολύτως αναμενόμενη, κάνουν την εμφάνιση τους και τα παιδιά των ζευγαριών, Φερνάντο γιος και Καρμίνα κόρη, που ερωτεύονται, όπως ακριβώς και οι γονείς τους. Εμφανίζονται κι άλλοι χαρακτήρες βέβαια, καθώς επίσης βλέπουμε και την Τρίνι με την Ρόσα να ζουν με τη μαμά τους, γεροντοκόρη που νιώθει την έλλειψη παιδιού η πρώτη, έχοντας παρατήσει τον Πέπε η δεύτερη, αλλά το νέο ζευγάρι κυριαρχεί, ειδικά όταν στο τέλος του έργου, σε μία επανάληψη της ιστορίας, ο Φερνάντο γιος διηγείται τα δικά του σχέδια, τόσο παρόμοια με του πατέρα του, στην Καρμίνα κόρη.


Και τώρα που ξέρουμε την ιστορία, γιατί να διαβάσω το βιβλίο;


Μα πρώτον και κύριον, επειδή είναι βιβλίο και κατά δεύτερο λόγο, επειδή είναι θεατρικό έργο. Θέλω να πω με αυτό ότι ένα βιβλίο δεν είναι ταινία του Hollywood που χάνει κάθε ενδιαφέρον όταν μαθαίνεις το τέλος, σε ένα βιβλίο μπορεί να σε απασχολήσουν άλλα πράγματα.
Στο συγκεκριμένο βιβλίο, μπορεί να απασχολήσει το πώς «ζωγραφίζει» τους χαρακτήρες ο συγγραφέας (στην αρχή ήθελε να γίνει ζωγράφος, όχι συγγραφέας, διάσημο είναι άλλωστε το πορτρέτο που έκανε στον Μιγκέλ Ερνάντεθ), που τους κάνει να φαίνονται τόσο αληθινοί, με τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα τους - εδώ η κριτική θα μας πει ότι για τον Μπουέρο Βαγιέχο δεν υπάρχουν «καλοί» και «κακοί» χαρακτήρες. Επίσης θα αναφέρει ότι οι χαρακτήρες χωρίζονται σε «ενεργούς» και «στοχαστικούς», δηλαδή σε αυτούς που παρασύρονται από τα ένστικτα τους και δρουν και σε αυτούς που ζητούν το αδύνατο, ξέροντας ότι δεν θα το αποκτήσουν. Αλλά η κριτική είναι για τους κριτικούς, όχι για αυτούς που καθυστερούν είκοσι χρόνια να διαβάσουν ένα έργο.




                                     

                          

Το διάσημο πορτρέτο του Μιγκέλ Ερνάντεθ που έκανε ο Μπουέρο Βαγιέχο στην φυλακή Κόντε ντε Τορένο


Μπορεί να απασχολήσει το τι σημαίνει η σκάλα, το αν η σκάλα είναι η ίδια η πρωταγωνίστρια (σε δύο κομβικά σημεία του έργου, στους δύο μονολόγους των δύο ονειροπόλων Φερνάντο μπροστά στην «δικιά τους» Καρμίνα, αναφέρεται η πολυκατοικία – ο Φερνάντο γιος αναφέρει ξεκάθαρα τη σκάλα – συνδέοντας την με τη μιζέρια, την ανέχεια, τη χυδαιότητα, τη μικροπρέπεια και σχεδόν οτιδήποτε αρνητικό υπάρχει στη ζωή τους), το αν πραγματικά είναι υπεύθυνη για τα γεγονότα της ζωής των ηρώων.
Μπορεί να απασχολήσει το αν τελικά θα τα καταφέρουν τα παιδιά να μην αποτύχουν στη ζωή τους όπως οι γονείς τους, αλλά να σπάσουν αυτήν την αλυσίδα αποτυχίας. Οι κριτικοί θεωρούν ότι ο Μπουέρο Βαγιέχο αφήνει πάντα κάποιο παράθυρο στην αισιοδοξία. Εγώ δεν καταλάβαινα το γιατί, μέχρι που διάβασα το έργο. Με την περίληψη, θεωρούσα ότι απλά επαναλαμβάνεται το ίδιο σκηνικό δύο φορές (άλλη μία αφορμή για συζήτηση με βάση το έργο: επαναλαμβάνεται η ζωή;) και πίστευα ότι δεν υπάρχει κανένα περιθώριο να αναρωτηθείς αν ο Φερνάντο γιος και η Καρμίνα κόρη τα καταφέρουν να νικήσουν τη μοίρα τους (υπάρχει άραγε μοίρα; μπορούμε να την νικήσουμε; ο Μπουέρο Βαγιέχο ασχολείται με τα μεγάλα ερωτήματα του άτομου και της ανθρώπινης ύπαρξης, διάβασα σε ένα βιβλίο Ισπανικής Λογοτεχνίας), αλλά διαβάζοντας τα βιβλίο άλλαξα άποψη. Τώρα δεν έχω ακόμα καταλήξει και ίσως είναι και αυτό κομμάτι της μαγείας του έργου.
Να μην συνεχίσω να απαριθμώ. Μπορεί να βρει κανένας χίλιους λόγους για να διαβάσει ένα βιβλίο, το οποίο μάλιστα όταν είναι θεατρικό, δίνει την δυνατότητα στον καθένα από μας να το ανεβάσει στην δική του, φανταστική σκηνή με τον δικό του προσωπικό τρόπο. Αλλά δεν θα συνεχίσω με τα ερωτήματα του βιβλίου, επειδή δεν θέλω να φάω την δουλειά των κριτικών. Μου μένει να απαντήσω ένα άλλο ερώτημα: Γιατί στα ελληνικά;


Γιατί να διαβάσω το βιβλίο στα ελληνικά;







Μα να μην το διαβάσεις στα ελληνικά, φυσικά! Να το διαβάσεις στα ισπανικά! Κι αν δεν σε απασχολεί η μετάφραση σαν αντικείμενο, να μην το διαβάσεις στα ελληνικά ποτέ. Υπάρχουν όμως και αυτοί που δεν μπορούν να χειριστούν τα ισπανικά σε αυτό το επίπεδο. Για αυτούς, η μετάφραση είναι μία λύση. Αλήθεια, πρόκειται για καλή μετάφραση;
Εντάξει, το να κάνω εγώ κριτική μίας μετάφρασης μου πέφτει λίγο βαρύ, αλλά δεν μπορώ να μην πω δυο λόγια. Κάποιες ενστάσεις τις έχω. Ας πούμε, ακόμα δεν ξέρω αν στα ελληνικά η έκφραση «το αλάτι της ζωής» έχει νόημα, ούτε είμαι σίγουρος για το αν το «sindicalista» θα έπρεπε να μεταφραστεί «κύριε συνδικαλιστά». Με εντυπωσίασε όμως το γεγονός ότι το κείμενο διαβάζεται χαλαρά, σχεδόν σαν να ήταν γραμμένο στα ελληνικά. Η γλώσσα που χρησιμοποιεί ο Μπουέρο Βαγιέχο είναι καθομιλουμένη, σε κάποιες περιπτώσεις σχεδόν χυδαία, και νομίζω ότι δεν είναι εύκολο να αποδοθεί. Αλλά στη συγκεκριμένη μετάφραση αποδίδεται με επιτυχία. Καθώς επίσης επιτυχημένη μου φαίνεται και η προσπάθεια απόδοσης συγκεκριμένου ύφους στον κάθε χαρακτήρα. Δεν ξέρω κατά πόσο οι μεταφραστές ασχολήθηκαν με τον Μπουέρο Βαγιέχο γενικότερα και διάβασαν κριτικές, είδαν εκπομπές για αυτόν, με εκπλήσσει πάντως το γεγονός ότι ο ίδιος δήλωσε πως η λογοκρισία του αντικατέστησε το «puta» με το «golfa», λέξη που στην ελληνική μετάφραση βλέπουμε ως «πουτάνα». Για να κλείσω λοιπόν με την μετάφραση, εγώ την θεωρώ πετυχημένη και πιστεύω ότι δίνει την δυνατότητα στο έργο να ανέβει σε κάποια σκηνή της Ελλάδας. Για να φτάσουμε στο σημαντικότερο ερώτημα αυτού του άρθρου:

Γιατί τελικά έγραψα αυτό το κείμενο;

Επειδή πολύ απλά, θέλω να δω αυτό το έργο. Μου άρεσε όταν το διάβασα, αλλά ασχολούμενος μαζί του, άκουσα (από τον κύριο Óscar Tusquets http://www.rtve.es/alacarta/videos/la-mitad-invisible/mitad-invisible-historia-escalera/2893584/) ότι ο Βαγιέχο είναι συγγραφέας θεατρικών έργων και ότι είναι καλύτερο το έργο όταν το βλέπουμε από ότι όταν το διαβάζουμε και η όρεξη να το δω αυξήθηκε. Όμως δυστυχώς δεν έχω την οικονομική άνεση να πάρω ένα αεροπλανάκι να πάω στην Μαδρίτη να το δω, μόλις μάθω ότι το παίζουν σε κάποιο θέατρο. Το μοναδικό πράγμα που με απασχόλησε λοιπόν την ώρα που σκεφτόμουν να γράψω αυτό το άρθρο ήταν αν θα μπορούσε το συγκεκριμένο έργο να ανέβει στην Ελλάδα. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πρόκειται για ένα εξαιρετικό έργο, στην Ισπανία η πρεμιέρα του το 1949 δηλώνει την επιστροφή στην ποιότητα του ισπανικού θεάτρου μετά τον εμφύλιο που τελείωσε το 1939. Θα μπορούσε όμως να το καταλάβει ο Έλληνας; Θέμα ενδιαφέροντος δεν νομίζω ότι υπάρχει. Ήδη ανέφερα κάποια πράγματα, οπότε οι περισσότεροι μάλλον έχετε καταλάβει ότι το συγκεκριμένο έργο ασχολείται με ερωτήματα παναθρώπινα και διαχρονικά και δεν θα αποτελέσει ούτε ο τόπος ούτε η χρονική στιγμή τόσο μεγάλο πρόβλημα. Αν και στη συγκεκριμένη στιγμή που μιλάμε, ίσως ο χρόνος να αποτελεί και πλεονέκτημα. Καταστάσεις που επαναλαμβάνονται, ανέχεια, αίσθηση ότι δεν μπορεί κάποιος να αποφύγει τη μοίρα του… Τέλος πάντων. Αυτό που έλειπε ήταν το θέμα ικανοποιητικής μετάφρασης, και για αυτό το άρθρο το σχετικό με την ελληνική μετάφραση του έργου. Αφού ξεπεράστηκε και το τελευταίο εμπόδιο, το μοναδικό που μένει πλέον, είναι να βρεθεί ο θίασος που θα το τολμήσει.


ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ (αντί επιλόγου)



Ας κλείσω λοιπόν, παρακαλώντας τον οποιονδήποτε έχει κάποια σχέση με το θέατρο και είχε και το κουράγιο να διαβάσει όλο αυτό το βαρετό κατεβατό, να σκεφτεί την πιθανότητα να διαβάσει το έργο και να το ανεβάσει σε κάποια σκηνή της Ελλάδας. Αν και με τα διόδια της Εθνικής Οδού και την τιμή της βενζίνης, φοβάμαι ότι αν το ανεβάσει στην Ελλάδα, θα μου είναι πιο φτηνό να πάρω ένα αεροπλανάκι και να το δω στην Μαδρίτη.




ΜΠΟΥΕΡΟ ΒΑΓΕΧΟ, Αντώνιο (2014). Ιστορία μιας σκάλας. Μετάφραση: Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, Χρυσούλα Κλήμη, Ματθίλδη Σιμχά. Αθήνα: Εκδόσεις Σιδέρη Μιχάλη. ISBN 978-960-468-091-7

Ρομπέρτο Μπολάνιο (Roberto Bolaño): "Το μυστικό του κακού". Μετάφραση από τα ισπανικά


 

Ρομπέρτο Μπολάνιο (Roberto Bolaño): Τὸ μυστικὸ τοῦ κακοῦ

.
             Bolano,Roberto-ToMystikoTouKakou-03
.
Ρομ­πέρ­το Μπο­λά­νιο (Roberto Bolaño)
.

Τὸ μυ­στι­κὸ τοῦ κα­κοῦ

(El secreto del mal)
.
15-tΟ ΔΙΗΓΗΜΑ ΑΥΤΟ εἶ­ναι πο­λὺ ἁ­πλό, πα­ρό­λο ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ εἶ­ναι πο­λὺ πε­ρί­πλο­κο. Ἐ­πί­σης: εἶ­ναι ἕ­να δι­ή­γη­μα ἀ­νο­λο­κλή­ρω­το, για­τί οἱ ἱ­στο­ρί­ες αὐ­τοῦ τοῦ εἴ­δους δὲν ἔ­χουν τέ­λος. Εἶ­ναι νύ­χτα στὸ Πα­ρί­σι καὶ ἕ­νας ἀ­με­ρι­κα­νὸς δη­μο­σι­ο­γρά­φος κοι­μᾶ­ται. Ξαφ­νι­κὰ χτυ­πά­ει τὸ τη­λέ­φω­νο καὶ κά­ποι­ος, μὲ ἀγ­γλι­κὰ ποὺ δὲν ἔ­χουν κα­μί­α χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὴ προ­φο­ρά, ζη­τᾶ τὸν Τζό­ε Κέλ­σο. Ὁ δη­μο­σι­ο­γρά­φος ἀ­παν­τᾶ ὅ­τι εἶ­ναι ὁ ἴ­διος καὶ με­τὰ κοι­τά­ζει τὸ ρο­λό­ι. Εἶ­ναι τέσ­σε­ρις τὸ πρω­ί, δὲν ἔ­χει κοι­μη­θεῖ πά­νω ἀ­πὸ τρεῖς ὧ­ρες καὶ εἶ­ναι κου­ρα­σμέ­νος. Ἡ φω­νὴ ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη ἄ­κρη τοῦ τη­λε­φώ­νου τοῦ λέ­ει ὅ­τι πρέ­πει νὰ τὸν δεῖ γιὰ νὰ τοῦ με­τα­φέ­ρει μιὰ πλη­ρο­φο­ρί­α. Ὁ δη­μο­σι­ο­γρά­φος ρω­τᾶ πε­ρὶ τί­νος πρό­κει­ται. Ὅ­πως συμ­βαί­νει συ­νή­θως σὲ τέ­τοι­ου εἴ­δους τη­λε­φω­νή­μα­τα, ἡ φω­νὴ δὲν ἀ­πο­κα­λύ­πτει τὸ πα­ρα­μι­κρό. Ὁ δη­μο­σι­ο­γρά­φος τοῦ ζη­τᾶ του­λά­χι­στον κά­ποι­ο στοι­χεῖ­ο. Ἡ φω­νή, σὲ ἄ­πται­στα ἀγ­γλι­κά, πο­λὺ κα­λύ­τε­ρα ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­να τοῦ Κέλ­σο, τοῦ λέ­ει ὅ­τι προ­τι­μά­ει νὰ τὸν δεῖ προ­σω­πι­κά. Ἀ­μέ­σως, προ­σθέ­τει, δὲν ὑ­πάρ­χει και­ρὸς γιὰ χά­σι­μο. Ποῦ; ρω­τᾶ ὁ Κέλ­σο. Ἡ φω­νὴ ἀ­να­φέ­ρει μιὰ γέ­φυ­ρα τοῦ Πα­ρι­σιοῦ. Καὶ προ­σθέ­τει: Μπο­ρεῖ­τε νὰ εἶ­στε ἐ­κεῖ σὲ εἴ­κο­σι λε­πτὰ μὲ τὰ πό­δια. Ὁ δη­μο­σι­ο­γρά­φος, ποὺ ἔ­χει πραγ­μα­το­ποι­ή­σει ἑ­κα­τον­τά­δες συ­ναν­τή­σεις σὰν κι αὐ­τή, ἀ­παν­τᾶ ὅ­τι θὰ εἶ­ναι ἐ­κεῖ σὲ μι­σὴ ὥ­ρα. Ὅ­ση ὥ­ρα ντύ­νε­ται σκέ­φτε­ται ὅ­τι εἶ­ναι ἕ­νας ἀρ­κε­τὰ ἄ­χα­ρος τρό­πος γιὰ νὰ κα­τα­στρέ­ψει τὸ βρά­δυ του, ἀλ­λὰ συγ­χρό­νως ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται, ἐ­λα­φρῶς ἔκ­πλη­κτος, ὅ­τι δὲν νυ­στά­ζει πιά, ὅ­τι τὸ τη­λε­φώ­νη­μα, ἂν καὶ προ­βλέ­ψι­μο, τὸν ἔ­κα­νε νὰ ξα­γρυ­πνή­σει. Ὅ­ταν φθά­νει στὴ γέ­φυ­ρα, πέν­τε λε­πτὰ ἀρ­γό­τε­ρα ἀ­πὸ τὴν ὥ­ρα ποὺ εἶ­χαν συμ­φω­νή­σει, βλέ­πει μό­νο αὐ­το­κί­νη­τα. Στέ­κε­ται γιὰ λί­γο ἀ­κί­νη­τος στὸ ἕ­να ἄ­κρο της, πε­ρι­μέ­νον­τας. Με­τὰ δι­α­σχί­ζει τὴ  γέ­φυ­ρα, ποὺ ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ εἶ­ναι ἔ­ρη­μη καί, με­τὰ ἀ­πὸ με­ρι­κὰ λε­πτὰ ἀ­να­μο­νῆς στὸ ἄλ­λο ἄ­κρο, στὸ τέ­λος τὴ δι­α­σχί­ζει ξα­νὰ καὶ ἀ­πο­φα­σί­ζει νὰ θε­ω­ρή­σει λῆ­ξαν τὸ νυ­χτε­ρι­νὸ συμ­βὰν καὶ νὰ γυ­ρί­σει στὸ σπί­τι γιὰ ὕ­πνο. Κα­θὼς παίρ­νει τὸ δρό­μο τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς σκέ­φτε­ται τὴ φω­νή: σί­γου­ρα δὲν ἦ­ταν Ἀ­με­ρι­κα­νός, οὔ­τε Ἄγ­γλος, πα­ρό­λο ποὺ αὐ­τὸ δὲν θὰ τὸ ἔ­λε­γε μὲ σι­γου­ριά. Ἴ­σως Νο­τι­ο­α­φρι­κα­νὸς ἢ Αὐ­στρα­λός, σκέ­φτε­ται, ἢ μπο­ρεῖ καὶ Ὀλ­λαν­δός, ἢ κά­ποι­ος ἀ­πὸ τὴ βό­ρεια Εὐ­ρώ­πη ποὺ ἔ­μα­θε ἀγ­γλι­κὰ στὸ σχο­λεῖ­ο καὶ με­τὰ τὰ τε­λει­ο­ποί­η­σε σὲ δι­ά­φο­ρες ἀγ­γλό­φω­νες χῶ­ρες. Κα­θὼς δι­α­σχί­ζει ἕ­να δρό­μο ἀ­κού­ει κά­ποι­ον νὰ τὸν φω­νά­ζει. Κύ­ρι­ε Κέλ­σο. Ἀ­μέ­σως ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται ὅ­τι αὐ­τὸς ποὺ τὸν φώ­να­ξε εἶ­ναι τὸ πρό­σω­πο ποὺ τοῦ εἶ­χε κλεί­σει τὸ ραν­τε­βοὺ στὴ γέ­φυ­ρα. Ἡ φω­νὴ βγαί­νει ἀ­πὸ τὴ σκο­τει­νὴ εἴ­σο­δο μιᾶς πο­λυ­κα­τοι­κί­ας. Ὁ Κέλ­σο κά­νει νὰ στα­μα­τή­σει, ὅ­μως ἡ φω­νὴ τὸν προ­στά­ζει νὰ συ­νε­χί­σει νὰ περ­πα­τᾶ.
.
       Ὅ­ταν ὁ δη­μο­σι­ο­γρά­φος φθά­νει στὴν ἑ­πό­με­νη γω­νί­α, γυρ­νᾶ καὶ βλέ­πει ὅ­τι δὲν τὸν ἀ­κο­λου­θεῖ κα­νέ­νας. Μπαί­νει στὸν πει­ρα­σμὸ νὰ ἐ­πι­στρέ­ψει ἀ­κο­λου­θών­τας τὸν ἴ­διο δρό­μο, ὅ­μως, ἀ­φοῦ δι­στά­ζει γιὰ μιὰ στιγ­μή, ἀ­πο­φα­σί­ζει ὅ­τι εἶ­ναι κα­λύ­τε­ρα νὰ συ­νε­χί­σει τὸν δρό­μο του. Ξαφ­νι­κά, ἕ­νας τύ­πος ξε­προ­βάλ­λει ἀ­πὸ κά­ποι­ο στε­νὸ καὶ τὸν χαι­ρε­τᾶ. Ὁ Κέλ­σο τοῦ ἀν­τα­πο­δί­δει τὸν χαι­ρε­τι­σμό. Ὁ τύ­πος τοῦ ἁ­πλώ­νει τὸ χέ­ρι. Σά­σα Πίν­σκι, λέ­ει. Ὁ Κέλ­σο τοῦ σφίγ­γει τὸ χέ­ρι καὶ λέ­ει καὶ αὐ­τὸς τὸ ὄ­νο­μά του. Ὁ Πίν­σκι τὸν χτυ­πᾶ φι­λι­κὰ στὴν πλά­τη. Τὸν ρω­τᾶ τί θὰ ἔ­λε­γε γιὰ ἕ­να οὐ­ί­σκι. Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα λέ­ει: ἕ­να οὐ­ι­σκά­κι. Τὸν ρω­τᾶ ἂν πει­νά­ει. Τὸν δι­α­βε­βαι­ώ­νει ὅ­τι γνω­ρί­ζει ἕ­να μπάρ, ἀ­νοι­χτὸ τέ­τοι­α ὥ­ρα, ποὺ που­λᾶ φρε­σκο­ψη­μέ­να, ζε­στὰ κρουα­σάν. Ὁ Κέλ­σο τὸν κοι­τά­ζει στὸ πρό­σω­πο. Ὁ Πίν­σκι φο­ρά­ει κα­πέ­λο, ὅ­μως ἀ­κό­μη καὶ ἔ­τσι δι­α­κρί­νε­ται ἡ ἄ­σπρη μού­ρη του, χλω­μὴ σὰν νὰ ἦ­ταν γιὰ χρό­νια ἔγ­κλει­στος. Ποῦ, ὅ­μως; σκέ­φτε­ται ὁ Κέλ­σο. Σὲ κά­ποι­α φυ­λα­κὴ ἢ σὲ κά­ποι­ο ψυ­χι­α­τρι­κὸ ἵ­δρυ­μα. Ὅ­πως καὶ νά ’­χει, εἶ­ναι πιὰ ἀρ­γὰ γιὰ νὰ κά­νει πί­σω καὶ τὰ ζε­στὰ κρουα­σὰν εἶ­ναι πει­ρα­σμὸς γιὰ τὸν Κέλ­σο. Τὸ μέ­ρος λέ­γε­ται Chez Pain καὶ πα­ρό­λο ποὺ βρί­σκε­ται στὴ γει­το­νιά του, ἂν καὶ σὲ κά­ποι­ο μι­κρὸ καὶ δι­ό­λου πο­λυ­σύ­χνα­στο δρό­μο, εἶ­ναι ἡ πρώ­τη φο­ρὰ ποὺ μπαί­νει καί, πι­θα­νό­τα­τα, ἡ πρώ­τη φο­ρὰ ποὺ τὸ βλέ­πει. Τὰ μα­γα­ζιὰ στὰ ὁ­ποῖ­α συ­χνά­ζει ὁ δη­μο­σι­ο­γρά­φος βρί­σκον­ται, κυ­ρί­ως, στὸ Μον­παρ­νὰς καὶ εἶ­ναι μέ­ρη ποὺ φέ­ρουν τὴν αὔ­ρα κά­ποι­ου ἀμ­φι­λε­γό­με­νου θρύ­λου: τὸ μπὰρ ὅ­που ἔ­φα­γε κά­ποι­α φο­ρὰ ὁ Σκὸτ Φιτ­ζέ­ραλντ, τὸ μπὰρ ὅ­που ὁ Τζό­ις καὶ ὁ Μπέ­κετ ἤ­πιαν ἰρ­λαν­δέ­ζι­κο οὐ­ί­σκι,  τὸ μπὰρ τοῦ Χε­μιν­γου­έ­ι, τοῦ Τζὸν Ντὸς Πά­σος, τοῦ Τρού­μαν Κα­πό­τε, τοῦ Τέ­νε­σι Οὐ­ί­λιαμς. Στὸ Chez Pain τὰ κρουα­σὰν εἶ­ναι πράγ­μα­τι νό­στι­μα καὶ φρε­σκο­ψη­μέ­να καὶ ὁ κα­φὲς δὲν εἶ­ναι δι­ό­λου κα­κός. Γε­γο­νὸς ποὺ ὁ­δη­γεῖ τὸν  Κέλ­σο στὴ σκέ­ψη ὅ­τι αὐ­τὸς ὁ Πίν­σκι ἴ­σως νὰ εἶ­ναι, ἐ­φι­αλ­τι­κὴ πι­θα­νό­τη­τα, κά­τοι­κος τῆς γει­το­νιᾶς. Ὅ­σο ζυ­γιά­ζει αὐ­τὴ τὴν πι­θα­νό­τη­τα, ὁ Κέλ­σο ἀ­να­τρι­χιά­ζει ὁ­λό­κλη­ρος. Ἕ­νας φορ­τι­κός, ἕ­νας πα­ρα­νο­ϊ­κός, ἕ­νας πα­λα­βὸς ποὺ πα­ρα­τη­ρεῖ περ­νών­τας ὁ ἴ­διος ἀ­πα­ρα­τή­ρη­τος, κά­ποι­ος ἀ­πὸ τὸν ὁ­ποῖ­ο θὰ δυ­σκο­λευ­τεῖ νὰ ἀ­παλ­λα­γεῖ. Λοι­πόν, λέ­ει τε­λι­κά, πεῖ­τε μου. Ὁ χλω­μὸς τύ­πος, ποὺ δὲν τρώ­ει ἀλ­λὰ ρου­φά­ει μὲ μι­κρὲς γου­λι­ὲς τὸν κα­φέ του, τὸν κοι­τά­ζει καὶ χα­μο­γε­λᾶ. Θὰ ἔ­λε­γε κα­νεὶς ὅ­τι τὸ χα­μό­γε­λό του εἶ­ναι ἀ­φάν­τα­στα θλιμ­μέ­νο, ἀλ­λὰ καὶ κου­ρα­σμέ­νο, λὲς καὶ μό­νο ἔ­τσι ἐ­πι­τρέ­πει στὸν ἑ­αυ­τό του νὰ ἐ­ξω­τε­ρι­κεύ­σει τὴν κού­ρα­ση, τὴν ἐ­ξάν­τλη­ση καὶ τὴν ἔλ­λει­ψη ὕ­πνου. Ὡ­στό­σο, ὅ­ταν παύ­ει νὰ χα­μο­γε­λᾶ, τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του προ­σώ­που του ἀ­να­κτοῦν, στὴ στιγ­μή, τὴν πα­γε­ρὴ ὄ­ψη τους.
 .Bonsai-03c-GiaIstologio-04
 .

Πη­γή: El secreto del mal, Anagrama, Βαρ­κε­λό­νη, 2007.

Ρομ­πέρ­το Μπο­λά­νιο (Roberto Bolaño), (Σαν­τιά­γο, 1953 – Βαρ­κε­λό­νη, 2003). Χι­λια­νὸς ποι­η­τὴς καὶ πε­ζο­γρά­φος, ἀ­πὸ τοὺς σπου­δαι­ό­τε­ρους σύγ­χρο­νους λα­τι­νο­α­με­ρι­κα­νοὺς συγ­γρα­φεῖς. Τὸ 1999  κέρ­δι­σε τὸ βρα­βεῖ­ο Romulo Gallegos γιὰ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά του Οἱ ἄ­γριοι ντε­τέ­κτιβ καὶ τὸ 2008 τοῦ ἀ­πο­νε­μή­θη­κε, με­τὰ θά­να­τον, τὸ Nacional Book Critics Circle Award γιὰ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά του 2666,  τὸ ὁ­ποῖ­ο χα­ρα­κτη­ρί­στη­κε ὡς «μιὰ δου­λειὰ τό­σο πλού­σια καὶ ἐκ­θαμ­βω­τι­κὴ ποὺ χω­ρὶς ἀμ­φι­βο­λία θὰ προ­σελ­κύ­σει ἀ­να­γνῶ­στες καὶ με­λε­τη­τὲς γιὰ πο­λὺ και­ρό».


Μετάφραση ἀπό τα ἱσπανικά:

Χρυ­σού­λα Κλή­μη καὶ Ματ­θίλ­δη Σιμ­χά. Ἡ με­τά­φρα­ση εἶ­ναι προ­ϊ­ὸν τῶν ἐξ ἀ­πο­στά­σε­ως σε­μι­να­ρί­ων λο­γο­τε­χνι­κῆς με­τά­φρα­σης τοῦ ἱ­σπα­νι­κοῦ τμή­μα­τος τοῦ ΕΚΕΜΕΛ κα­τὰ τὸ ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κὸ ἔ­τος 2010-2011. Δί­δα­ξε ὁ Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος καὶ συμ­με­τεῖ­χαν οἱ σπου­δά­στρι­ες Χρυ­σού­λα Κλή­μη καὶ Ματ­θίλ­δη Σιμ­χά.

.

Παρασκευή 29 Ιουλίου 2016

"Η κυρία με τα μαύρα" του Νίκου Γυφτόπουλου. Αντίστροφη συλλογική μετάφραση (από τα ελληνικά στα ισπανικά) δημοσιευμένη στο Μπονζάι

https://bonsaistoriesflashfiction.wordpress.com/2016/07/29/nikos-yiftopulos-la-senora-de-negro/

                             Nikos Yiftópulos: La señora de negro



Gyftopoulos,Nikos-IKyriaMeTaMayra-Eikona-01                                     


Nikos Yiftópulos
 

La señora de negro








05-L-Chronica_Polonorum_LA SEÑORA de negro miraba impacientemente la avenida a su izquierda, por si apareciera el autobús en esa tarde espesa. No tuvo que esperar mucho y cuando llegó, la puerta plegable se abrió silenciosamente delante de ella. El conductor brillaba tras el cristal, el sudor goteaba por su sien y su cara se deformaba cual vela derritiéndose en un candelabro. La señora dudó en poner el otro pie en el escalón. Del interior del autobús emanaba un fuerte olor a incienso. Miradas impacientes le cayeron encima como piedras. Le llamaron la atención sus camisetas blancas que colgaban de tirantes finos y le pareció como si se adentrara en un rosedal. El jardín la mareó. Bajó lentamente el pie y dejó que la puerta se cerrara. Podía esperar unos veinte minutos más para coger el siguiente. La chica con el móvil, que esperaba un poco más allá en la misma parada, había desaparecido. Movió impacientemente la mano por encima de su cabeza. La sonrisa que le había echado hace un rato, mientras esperaban calladas a que apareciera el autobús articulado, zumbaba como una avispa sobre su cabello de nieve. Giró la cabeza a la derecha y vio la parte trasera del autobús desaparecer lentamente tras la esquina. Los transeúntes se pararon a un lado y empezaron a santiguarse. Los que llevaban sombrero, se lo quitaron. Los que no, inclinaron la cabeza. Que Dios la tenga en su gloria, murmuraban alrededor. La sonrisa se echó a volar y en la parada refrescó.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Fuente: Primera publicación blog Planodion – Historias Bonsái, 13 de diciembre de 2013

Nikos Yiftópulos (Atenas, 1965). Ha asistido a seminarios de escritura creativa en el Centro  Nacional del Libro de Grecia (E.KE.BI.).


La traducción colectiva se ha realizado en el marco de la asignatura «Traducción literaria del griegο  al español» del Máster en Traducción, Co­mu­ni­ca­ción y Mundo Editorial (Universidad Aristóteles de Salónica) impartida du­rante el curso 2016 por Gabriela Larrieux. Participaron los estu­di­antes: Elena Chatzikiriakou, Sofía Georgiadou, Paraskevi-María Krokidou, Konstantina Lazarou, Marianna Orfanidou, Katerina Pliaki, Matilde Simha, Magda Sopotinú, Anastasia Vakouftsí y Christos Vasileiadis. 
Revisión Konstantinos Paleologos.

Πέμπτη 28 Ιουλίου 2016

"Ιστορίες της πόρτας" του Αλέξανδρου Βαvαργιώτη.Συλλογική μετάφραση στο Μπονζάι


Banargiotis,Aleksandros-IstoriesTisPortas-Eikona-01



Aléxandros Vanaryotis

Historias de la puerta

 
 16-AlphaBRÍ la puerta. No me lo esperaba. No creí que viniese.

—¡Qué sorpresa más agradable! 
 —¿Acaso estoy molestando? 
—No, al contrario, me apetece tener compañía ahora. María tampoco está. 
—Te había dicho que iba a pasar.

Se sentó en el salón y me precipité a traer un dulce y preparar café. Cuando  el   lunes  me  lo  encontré  en  el mercadillo, tardé  en reconocerlo; había cambiado totalmente. Tampoco  él  me  reconoció de  inmediato. Durante tres  años fuimos  compañeros de clase en la secundaria; nos sentábamos en pupitres  vecinos. Después fue a formación profesional. Y  ahora de su rostro sólo quedaba aquella chispa en los  ojos y la sonrisa «traviesa», como yo decía entonces.
No oculté mi alegría. No ocurre  con frecuencia  volver a tener, de repente,doce  años; aunque solo sea por un  rato. Lo que dura un encuentro en la esquina de una  calle un lunes cualquiera de todos los lunes del año. 
Él tenía prisa y le invité a pasar por casa.

 —¿Cuándo? —me preguntó.
 —Cuando quieras —le respondí— las puertas de mi casa están abiertas para ti.
 —¿Cuándo? — volvió a preguntarme.
 —Todas las tardes, después de las siete, estoy en casa.
 —Vale, iré.

Vino dos días después.
Se  produjo un momento incómodo. Le pregunté por su mujer, Déspina,  y sus hijos. Me  respondía de modo cortante  dándome la información que  pedía, sin  darme pie a  seguir la conversación. Déspina, que era maestra, trabajaba en  un pueblo cercano; iba  y  venía. Estaba  bien. Sus  hijos  estudiaban, ellos  también  se encontraban bien. 
Dirigí  la conversación  a nuestra  infancia, a  las  excursiones y a las  bromas que nos gastábamos. 
Sonreía de manera contenida.

 —Sí, sí —decía— buenas épocas, nos lo pasábamos genial.

Hablé  incluso  de la  mili, le  conté  en  tono  melodramático  mi  vida  posterior;  de escuela  en  escuela, adversidades, peripecias  en  pueblos de  montaña y el anhelado traslado  dieciocho  años  después  a la  tierra patria, pero  sin  lograr que se abrieraAsentía moviendo la cabeza:«Sí, entiendo, situaciones difíciles, igual  que  Déspina». Se me hizo un nudo en el  estómago. En  algún  momento me cansé y  me  callé. Cogí
la taza de  café  y  bebí  tranquilamente, sin  hablar. Se hizo  un silencio. Solo  se oían los coches desde la calle y la tele del vecino anciano, que  la  pone  siempre muy  alta.

 —Ya  va  siendo  hora  de  marcharme —dijo y se  levantó. Tengo  que  pasar  por la casa de mi madre por si necesita algo.

 Nos  paramos  a  la  entrada y nos  despedimos.  Lo miré   directamente  a  los  ojos. «¿A qué  se debe esta  visita?», me pregunté. Él también me miró. Fue a decir algo y su voz se rompió en un sollozo. Sus ojos se llenaron de lágrimas.

 —Estoy enfermo —me dice— me han dado seis meses de vida.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Fuente:  De la  colección  de cuentos  Ἡ θε­ω­ρί­α τῶν  χαρ­τα­ε­τῶν  [La  teoría 

de las cometas] (Εdiciones Παράξενες Μέρες, Atenas, 2014).

 

Aléxandros Vanaryotis (Tríkala, Tesalia, 1966). Estudió Filología Clásica en la Facultad de Filosofía y Letras de la Universidad de Ioánina. Trabaja como profesorde filología griega en la enseñanza secundaria pública. Publicó las colecciones de cuentos Δι­η­γή­μα­τα γιὰ τὸ τέ­λος τῆς μέ­ρας [Cuentos para el final del día(Εdiciones Λο­γεί­ον, Tríkala, 2009) y  θε­ω­ρί­α τῶν χαρ­τα­ε­τῶν [La teoría de las cometas] (Εdiciones Παράξενες Μέρες, Atenas, 2014).

 

La traducción colectiva se ha realizado en el marco de la asignatura «Traducción literaria del griego al español» del Máster en Traducción, Co­mu­ni­ca­ción y Mundo Editorial (Universidad Aristóteles de Salónica) impartida du­rante el curso 2015-2016 por Marisol Fuentes y Gabriela Larrieux. Participaron los estu­di­antes: Elena Chatzikiriakou, Sofía Georgiadou, Paraskevi-María Krokidou, Konstantina Lazarou, Marianna Orfanidou, Katerina Pliaki, Matilde Simha, Magda Sopotinú, Anastasia Vakouftsí y Christos Vasileiadis. Revisión: Konstantinos Paleologos.