ΜΑΡΙΑΝΑ ΕΝΡΙΚΕΣ
Οι κίνδυνοι του
να καπνίζεις στο κρεβάτι
1.
Η εκταφή της Ανχελίτα
Της γιαγιάς μου δεν της άρεσε η βροχή και
πριν πέσουν οι πρώτες σταγόνες, μόλις σκοτείνιαζε ο ουρανός, έβγαινε με
μπουκάλια στη πίσω αυλή και τα παράχωνε μέχρι τη μέση, με ολόκληρο το λαιμό
τους μέσα στη γη. Εγώ την ακολουθούσα και τη ρωτούσα: γιαγιά γιατί δε σου αρέσει η βροχή
γιατί δε σου αρέσει; Όμως εκείνη, τίποτα, έκανε πως
δεν καταλαβαίνει, με το φτυαράκι στο χέρι, σούφρωνε τη μύτη της για να οσμιστεί
την υγρασία στον αέρα. Αν τελικά έβρεχε, είτε ήταν ψιλόβροχο είτε καταιγίδα,
έκλεινε πόρτες και παράθυρα και ανέβαζε την ένταση της τηλεόρασης μέχρι να
καλύψει το θόρυβο της βροχής και του αέρα-η στέγη του σπιτιού της ήταν από
λαμαρίνα-, και αν η νεροποντή συνέπιπτε με την αγαπημένη της σειρά, Μάχη, κανείς δεν μπορούσε να της αποσπάσει
ούτε λέξη γιατί ήταν τρελά ερωτευμένη με τον Βικ Μόροου.
Εγώ λάτρευα τη βροχή γιατί μαλάκωνε το ξερό
χώμα και απελευθέρωνε την εξορυκτική μου μανία. Πόσες τρύπες! Χρησιμοποιούσα το
ίδιο φτυάρι με τη γιαγιά, ένα πολύ μικρό, σαν εκείνο που θα χρησιμοποιούσε ένα
παιδί για να παίξει στην παραλία, αλλά από μέταλλο και ξύλο, όχι από πλαστικό. Το
χώμα του κήπου έκρυβε κομματάκια από πράσινα γυάλινα μπουκάλια, με τις άκρες
τους τόσο λείες που πια δεν έκοβαν. Μαλακές πέτρες που έμοιαζαν με βότσαλα ή
πετρούλες της παραλίας. Mα γιατί βρίσκονταν στον κήπο του σπιτιού; Κάποιος
θα έπρεπε να τις είχε θάψει. Μια φορά βρήκα μια οβάλ πέτρα, σε σχήμα και χρώμα
κατσαρίδας χωρίς όμως πόδια ή κεραίες. Από τη μία πλευρά ήταν λεία, από την
άλλη μερικές ρωγμές σχημάτιζαν τα σαφή χαρακτηριστικά ενός χαμογελαστού
προσώπου. Την έδειξα στον μπαμπά μου, ξετρελαμένη με την ιδέα ότι βρισκόμουν
μπροστά σε ένα κουφάρι, και μου είπε ότι ήταν τυχαίο που τα σημάδια σχημάτιζαν
ένα πρόσωπο. Ο μπαμπάς μου ποτέ δεν ενθουσιαζόταν. Βρήκα επίσης μαύρα ζάρια, με
άσπρες, σχεδόν αόρατες, κουκκίδες. Βρήκα ακόμη θραύσματα από ματ γυαλιά σε
χρώμα πράσινο του μήλου και τυρκουάζ. Η γιαγιά μου θυμήθηκε ότι ήταν κομμάτια
μιας παλιάς πόρτας. Έπαιζα επίσης και με
σκουλήκια και τα έκοβα σε πολύ μικρούλικα κομματάκια. Δε με διασκέδαζε να βλέπω
το κομμένο σώμα να μαζεύεται λιγάκι πριν τελικά τραβήξει ξανά προς τα εμπρός.
Πίστευα ότι αν έκοβα καλά το σκουλήκι, σαν κρεμμύδι, χωρίζοντας καλά τους δακτύλιους,
δε θα μπορούσε να επανέλθει στην αρχική του μορφή. Ποτέ δε μου άρεσαν τα
έντομα.
Βρήκα τα κόκαλα μετά από μια καταιγίδα που
μετέτρεψε το χώμα του κήπου σε βαλτότοπο. Τα φύλαξα στη λεκάνη που
χρησιμοποιούσα για να κουβαλάω τους θησαυρούς στη στέρνα της αυλής, όπου τους ξέπλενα.
Τα έδειξα στον μπαμπά. Είπε ότι ήταν κόκαλα από κοτόπουλο, ή ίσως από μπριζόλες,
ή από κανένα ψόφιο κατοικίδιο που το είχαν θάψει εδώ και καιρό. Σκύλου ή γάτας.
Επέμενε ότι ήταν από κοτόπουλο γιατί παλιά, στην αυλή, όταν ήταν μικρός, η
γιαγιά μου είχε κοτέτσι.
Φαινόταν μια πιθανή εξήγηση μέχρι που η
γιαγιά μου είδε τα κοκαλάκια και άρχισε να τραβάει τα μαλλιά της και να
τσιρίζει «το αγγελούδι μας, το αγγελούδι μας». Όμως το βλέμμα του μπαμπά μου γρήγορα
έβαλε τέλος στη σκηνή: εκείνος
δεχόταν τις «δεισιδαιμονίες» (έτσι τις έλεγε) της γιαγιάς εάν και εφόσον δεν το
παράκανε. Εκείνη γνώριζε την κίνηση αποδοκιμασίας του και αναγκάστηκε να ηρεμήσει
ήθελε δεν ήθελε. Μου ζήτησε τα κοκαλάκια και της τα έδωσα. Μετά μου ζήτησε να
πάω στο δωμάτιό μου να κοιμηθώ. Θύμωσα λιγάκι γιατί δεν καταλάβαινα το λόγο της
τιμωρίας.
Όμως αργότερα, το ίδιο βράδυ, με φώναξε και μου τα διηγήθηκε όλα. Ήταν η
αδελφή νούμερο δέκα ή έντεκα, η γιαγιά μου δεν μπορούσε να πει με σιγουριά, τότε
δεν πρόσεχαν και τόσο τη σειρά που γεννιόταν το κάθε παιδί. Πέθανε λίγους μήνες
μετά τη γέννησή της, μέσα σε πυρετούς και διάρροιες. Επειδή ήταν αγγελούδι, την
έβαλαν να καθίσει πάνω σε ένα τραπέζι στολισμένο με λουλούδια, τυλιγμένη σε ένα
ροζ σεντόνι, να ακουμπάει σε ένα μαξιλάρι. Της έφτιαξαν μικρά φτερά από χαρτόνι
για να ανέβει γρηγορότερα στον ουρανό, και δεν της γέμισαν το στόμα με κόκκινα
ροδοπέταλα γιατί τη μαμά, την προγιαγιά μου, την τρόμαζε, της φαινόταν σαν
αίμα. Όλη τη νύχτα χόρευαν και τραγουδούσαν, μέχρι που χρειάστηκε να ξεφορτωθούν
ένα θείο μεθυσμένο και να συνεφέρουν την προγιαγιά μου, που λιποθύμησε από το
κλάμα και τη ζέστη. Μία ινδιάνα μοιρολογίστρα έψαλε προσευχές στην Αγία Τριάδα,
και δεν πληρώθηκε παρά μόνο με μερικές πίτες.
«Αυτό έγινε εδώ, γιαγιά;»
«Όχι, στο Σαλαβίνο, στο Σαντιάγο. Έκανε μια
ζέστη!»
«Αφού πέθανε εκεί, δεν είναι τότε τα κόκαλα
της μικρής».
«Φυσικά και είναι. Εγώ τα έφερα όταν ήρθαμε
εδώ. Δεν ήθελα να την αφήσω εκεί γιατί κάθε νύχτα έκλαιγε, η καημενούλα. Αν έκλαιγε
με εμάς κοντά της, στο σπίτι, σκέψου τι κλάμα θα έριχνε μόνη κι έρημη! Γι’ αυτό
και την πήρα μαζί μου. Δεν ήταν πια παρά μόνο κοκαλάκια, την έβαλα σε μία
σακούλα και την έθαψα εδώ στην αυλή. Ούτε ο παππούς σου το ήξερε. Ούτε η
προγιαγιά σου, κανείς. Μονάχα εγώ την άκουγα να κλαίει. Και ο προπάππος σου
επίσης, αλλά έκανε τον χαζό».
«Κλαίει και εδώ η μικρή;»
«Μονάχα όταν βρέχει».
Μετά ρώτησα τον μπαμπά μου αν η ιστορία με
το αγγελούδι ήταν αληθινή, και εκείνος μου είπε ότι η γιαγιά ήταν πολύ μεγάλη
και ότι έλεγε ασυναρτησίες. Δεν φαινόταν και πολύ σίγουρος, ή μπορεί η συζήτηση
να τον έφερνε σε δύσκολη θέση. Μετά η γιαγιά πέθανε, το σπίτι πουλήθηκε, εγώ έφυγα
να ζήσω μόνη μου χωρίς σύζυγο και παιδιά, ο μπαμπάς μου αποφάσισε να πάει σε
ένα διαμέρισμα στη Μπαλβανέρα και ξέχασα το αγγελούδι.
Μέχρι που εμφανίστηκε δίπλα στο κρεβάτι
μου, στο διαμέρισμά μου, δέκα χρόνια μετά, κλαίγοντας, μια νύχτα με καταιγίδα.
Το αγγελούδι δε μοιάζει με φάντασμα. Δεν
αιωρείται ούτε είναι χλομό ούτε φοράει άσπρα ρούχα. Είναι σε κατάσταση
προχωρημένης σήψης και δε μιλά. Την πρώτη φορά που εμφανίστηκε νόμισα ότι ονειρευόμουν
και προσπάθησα να ξυπνήσω από τον εφιάλτη. Όταν δεν τα κατάφερα και άρχισα να αντιλαμβάνομαι
ότι είναι αληθινό ούρλιαξα και έκλαψα και σκεπάστηκα με τα σεντόνια, κλείνοντας
σφιχτά τα μάτια μου και βουλώνοντας τ’ αυτιά μου με τα χέρια μου για να μην το
ακούω, γιατί τότε δεν ήξερα ότι ήταν μουγκό. Όταν όμως βγήκα από κάτω από τα
σκεπάσματα, αρκετές ώρες αργότερα, το αγγελούδι συνέχιζε να βρίσκεται εκεί με
τα ρετάλια ενός παλιού παλτού ριγμένο στους ώμους του σαν πόντζο. Έδειχνε με το
δάχτυλο έξω, προς το παράθυρο και το δρόμο, και έτσι συνειδητοποίησα ότι ήταν
μέρα. Είναι παράξενο να δεις πεθαμένο μέρα μεσημέρι. Το ρώτησα τι ήθελε αλλά
για απάντηση συνέχισε να δείχνει όπως στις ταινίες τρόμου.
Σηκώθηκα και βγήκα τρέχοντας προς την
κουζίνα, για να ψάξω τα γάντια που χρησιμοποιούσα για να πλύνω τα πιάτα. Το αγγελούδι
με ακολούθησε. Ένα πρώτο δείγμα της απαιτητικής του προσωπικότητας. Δεν πανικοβλήθηκα.
Έβαλα τα γάντια, το άρπαξα και έσφιξα τα χέρια μου γύρω από το λαιμουδάκο του. Είναι
εντελώς ανισόρροπο να προσπαθείς να πνίξεις έναν πεθαμένο, όμως δε γίνεται να
είσαι απελπισμένος και συγχρόνως λογικός. Δεν του προκάλεσα ούτε καν βήχα, το
μόνο που κατάφερα ήταν εγώ να βρεθώ με υπολείμματα σάπιας σάρκας ανάμεσα στα
γαντοφορεμένα μου δάχτυλα και εκείνο με την τραχεία του σε κοινή θέα.
Μέχρι τότε δεν γνώριζα ότι επρόκειτο για
την Ανχελίτα, την αδελφή της γιαγιάς μου. Συνέχιζα να κλείνω τα μάτια μου σφιχτά
για να δω αν εκείνη θα εξαφανιζόταν ή εγώ θα ξυπνούσα. Επειδή αυτό δεν είχε
αποτέλεσμα, περπάτησα γύρω της και είδα, στην πλάτη της, να κρέμονται από τα
κιτρινωπά ρετάλια αυτού που τώρα πια γνώριζα ότι ήταν το ροζ σάβανο, δύο υποτυπώδη
μικρά φτερά από χαρτόνι που’χαν κολλημένα κακήν κακώς πάνω τους πούπουλα από κότα.
Μετά από τόσα χρόνια θα έπρεπε να είχαν εξαφανιστεί, σκέφτηκα, και μετά γέλασα κάπως
υστερικά και είπα στον εαυτό μου ότι είχα ένα πεθαμένο μωρό στην κουζίνα μου,
που ήταν η αδελφή της γιαγιάς μου και που περπατούσε, αν και σύμφωνα με το
μέγεθός της θα έπρεπε να μην είχε ζήσει ούτε τρεις μήνες. Έπρεπε να πάψω
οριστικά να σκέφτομαι βάσει του τι ήταν πιθανό και τι όχι.
Τη ρώτησα αν ήταν η αδελφή της γιαγιάς μου,
η Ανχελίτα - επειδή δεν είχαν χρόνο να τη δηλώσουν με ένα νόμιμο όνομα, άλλα
χρόνια τότε, τη φώναζαν πάντα Ανχελίτα, επειδή ήταν αγγελούδι-, έτσι ανακάλυψα
ότι δε μιλούσε αλλά απαντούσε κουνώντας το κεφάλι. Άρα η γιαγιά μου έλεγε
αλήθεια, σκέφτηκα, δεν ήταν από το κοτέτσι, ήταν τα κοκαλάκια της αδελφής της
αυτά που ξέθαψα όταν ήμουν μικρή.
Τι ήθελε η Ανχελίτα ήταν ένα μυστήριο,
γιατί δεν έκανε τίποτε άλλο παρά να γνέφει με το κεφάλι της θετικά ή αρνητικά.
Όμως κάτι ήθελε επιτακτικά, γιατί όχι μόνο συνέχιζε να δείχνει, αλλά και γιατί
δε με άφηνε σε ησυχία. Με ακολουθούσε σε όλο το σπίτι. Με περίμενε πίσω από την
κουρτίνα του μπάνιου όταν έκανα ντους, καθόταν στον μπιντέ όταν έκανα τσίσα ή
κακά, στεκόταν δίπλα στο ψυγείο όταν έπλενα τα πιάτα και καθόταν δίπλα στην
καρέκλα μου όταν εγώ δούλευα στον υπολογιστή.
Συνέχισα την κανονική ζωή μου την πρώτη
εβδομάδα. Πίστευα ότι ίσως να επρόκειτο για οξεία κρίση
άγχους με παραισθήσεις, και ότι θα έφευγε. Ζήτησα μερικές μέρες άδεια από τη
δουλειά, πήρα χάπια για να κοιμηθώ. Το αγγελούδι συνέχιζε να είναι εκεί,
περιμένοντας δίπλα στο κρεβάτι μου να ξυπνήσω. Ήρθαν να με δουν κάποιοι φίλοι.
Στην αρχή δεν ήθελα να απαντήσω στα μηνύματά τους ούτε να τους ανοίξω την
πόρτα, αλλά για να μην τους ανησυχήσω περισσότερο, δέχτηκα να τους δω επικαλούμενη
όμως ψυχική εξάντληση. Εκείνοι έδειξαν κατανόηση, δουλεύεις σαν σκλάβα, μου
έλεγαν. Κανείς δεν είδε το αγγελούδι. Την πρώτη φορά που με επισκέφτηκε η φίλη
μου η Μαρίνα έβαλα το αγγελούδι στην ντουλάπα, αλλά ανακάλυψα, με τρόμο και αηδία,
ότι το έσκασε και κάθισε στο μπράτσο της πολυθρόνας, με αυτό το άσχημο σταχτοπράσινο
σαρακοφαγωμένο του πρόσωπο. Η Μαρίνα δεν κατάλαβε τίποτα.
Λίγο αργότερα
έβγαλα το αγγελούδι στο δρόμο. Τίποτα. Εκτός από εκείνον τον κύριο που το
κοίταξε στα πεταχτά και μετά γύρισε και το ξανακοίταξε με αλλοιωμένα τα χαρακτηριστικά
του προσώπου του (θα πρέπει να του έπεσε η πίεση) ή την κυρία που κατευθείαν
άρχισε να τρέχει και παραλίγο να την παρασύρει το 45 στην οδό Τσακαμπούκο. Ορισμένοι
πιθανόν να το έβλεπαν, έτσι φανταζόμουν, σίγουρα όχι πολλοί. Για να τους προφυλάξω
από την κακιά στιγμή, όταν βγαίναμε μαζί –για να το πω πιο σωστά, όταν εκείνο
με έπαιρνε στο κατόπι και εγώ δεν είχα άλλη επιλογή παρά να το αφήνω να έρχεται
μαζί μου – το φόρτωνα μέσα σε κάτι σαν σακίδιο (είναι άσχημο να το βλέπεις να περπατάει,
είναι τόσο μικροκαμωμένο, είναι αφύσικο). Επίσης του αγόρασα έναν επίδεσμο που κρύβει
όλο του το πρόσωπο, σαν αυτούς που χρησιμοποιούνται για να καλύπτουν ουλές από
εγκαύματα. Τώρα ο κόσμος όταν το βλέπει αισθάνεται μεν αηδία, αλλά και
συγκίνηση και θλίψη. Βλέπουν ένα μωρό πολύ άρρωστο ή βαριά τραυματισμένο, όχι
όμως ένα πεθαμένο μωρό.
Αν με έβλεπε ο
μπαμπάς μου, σκεφτόμουν, εκείνος που πάντα παραπονιόταν ότι θα πέθαινε χωρίς
εγγόνια (και πέθανε χωρίς εγγόνια, τον απογοήτευσα σ’ αυτό αλλά και σε πολλά άλλα
πράγματα). Του αγόρασα παιχνίδια για να παίζει, κούκλες και πλαστικούς κύβους
και πιπίλες για να τις δαγκώνει, όμως τίποτα δεν έδειχνε να του αρέσει αρκετά,
και συνέχιζε με το αναθεματισμένο του δάχτυλό να δείχνει προς τον νότο– αυτό το
κατάλαβα, έδειχνε πάντα προς τον νότο–πρωί, μεσημέρι, βράδυ. Εγώ του μιλούσα
και το ρωτούσα, αλλά εκείνο δεν μπορούσε να επικοινωνήσει καλά.
Μέχρι που ένα
πρωί εμφανίστηκε με μια φωτογραφία του σπιτιού των παιδικών μου χρόνων, το σπίτι
όπου εγώ είχα βρει τα κοκαλάκια του στη πίσω αυλή. Την έβγαλε από το κουτί που
τις φυλάω: μια αηδία, άφησε όλες τις υπόλοιπες λερωμένες από το σάπιο
δέρμα του που διαλυόταν, βρεγμένες και λιγδιασμένες. Τώρα έδειχνε το σπίτι με
το δάχτυλό του, πεισματικά. Θέλεις να πας εκεί, το ρώτησα, και μου είπε ναι. Του
εξήγησα ότι το σπίτι δεν ήταν πια δικό μας, ότι το είχαμε πουλήσει, και μου
είπε πάλι ναι.
Το φόρτωσα στο
σακίδιο με τη μάσκα στο πρόσωπό του και πήραμε το 15 μέχρι την Αβεγιανέδα. Στα
ταξίδια δεν χαζεύει έξω, ούτε κοιτάει τους άλλους ούτε διασκεδάζει με κάτι,
δίνει στον κόσμο έξω από το παράθυρο την ίδια σημασία που δίνει και στα
παιχνίδια. Κάθισα και το πήρα αγκαλιά για να είναι πιο άνετα, αν και δεν ξέρω
αν είναι σε θέση να αισθάνεται άβολα ή αν αυτό σημαίνει κάτι για εκείνο. Ούτε καν
γνωρίζω τι νιώθει. Ξέρω μονάχα ότι δεν είναι κακό, και ότι ενώ στην αρχή το
φοβόμουν, τώρα τελευταία όχι πια.
Φθάσαμε σε
αυτό που κάποτε ήταν το σπίτι μου κατά τις τέσσερις το απόγευμα. Όπως πάντα το
καλοκαίρι, υπήρχε μια βαριά μυρωδιά χειμάρρου και βενζίνης στη λεωφόρο Μίτρε,
ανακατεμένη με τη βρόμα των σκουπιδιών. Διασχίσαμε την πλατεία περπατώντας,
μετά περάσαμε από το Σανατόριο Ιτόιθ εκεί όπου πέθανε η γιαγιά μου και τέλος κάναμε
το γύρο του γηπέδου της Ράσιγκ. Από πίσω βρισκόταν το παλιό μου σπίτι, δύο
τετράγωνα απόσταση από το στάδιο. Αλλά τώρα που βρισκόμουν μπροστά στην πόρτα,
τι να έκανα; Να ζητήσω από τους νέους ιδιοκτήτες να με αφήσουν να περάσω; Με ποια
αφορμή; Δεν το είχα σκεφτεί. Σίγουρα έχανα τα
μυαλά μου τριγυρνώντας εδώ και εκεί με ένα πεθαμένο μωρό.
Η Ανχελίτα
πήρε την κατάσταση στα χέρια της. Δε χρειαζόταν να μπούμε μέσα. Μπορούσαμε να σκύψουμε
για να δούμε την αυλή από την μεσοτοιχία, το μόνο που ήθελε εκείνη ήταν αυτό,
να δει την αυλή. Κατασκοπεύαμε και οι δυο, εκείνη στην αγκαλιά μου, η μεσοτοιχία
ήταν πολύ πιο χαμηλή, ήταν μάλλον κακοφτιαγμένη. Εκεί, όπου ήταν τότε ο κήπος,
υπήρχε μια μπλε πλαστική πισίνα, χωμένη σε μια λακκούβα στο έδαφος. Φυσικά
είχαν βγάλει έξω όλο το χώμα για να κάνουν την τρύπα, και με την ενέργεια αυτή είχαν
πετάξει τα κόκαλα της Ανχελίτα ένας Θεός ξέρει πού, τα είχαν σκορπίσει εδώ και
εκεί, είχαν χαθεί. Τη συμπόνεσα, την καημενούλα, και της ζήτησα ειλικρινά
συγγνώμη, που δεν μπορούσα να της δώσω λύση. Μέχρι που της είπα κιόλας ότι λυπόμουν
που δεν τα είχα ξεθάψει ξανά όταν το σπίτι πουλήθηκε, για να τα θάψω σε κάποιο ήσυχο
μέρος, ή κοντά στην οικογένεια αν εκείνη έτσι επιθυμούσε. Όντως, θα μπορούσα ωραιότατα
να τα βάλω μέσα σε ένα κουτί ή σε ένα βάζο, και να τα φέρω στο σπίτι! Ένιωσα
άσχημα απέναντί της και της ζήτησα συγγνώμη. Η Ανχελίτα είπε ναι. Κατάλαβα ότι
με συγχώρεσε. Τη ρώτησα αν τώρα είχε ηρεμήσει και θα έφευγε, αν θα με άφηνε
μόνη μου. Μου είπε όχι. Καλά, απάντησα, και επειδή η απάντηση δε μου πολυάρεσε
άρχισα να περπατάω γρήγορα μέχρι τη στάση του 15, αναγκάζοντάς την να με
κυνηγάει με τα γυμνά της πόδια, που ήταν τόσο σάπια, που άφηναν να φαίνονται τα
άσπρα κοκαλάκια τους.