El
nacimiento de la col de Rubén Darío
En el paraíso terrenal, en el día luminoso en que
las flores fueron creadas, y antes de que Eva fuese tentada por la serpiente,
el maligno espíritu se acercó a la más linda rosa nueva en el momento en que
ella tendía, a la caricia del celesta sol, la roja virginidad de sus labios.
—Eres bella.
— soy -dijo la rosa.
—Bella y feliz – prosiguió el diablo-. Tienes el
color, la gracia y el aroma. Pero…
—¿Pero?...
—No eres útil. ¿No miras esos altos árboles
llenos de bellotas? Ésos, a más de ser frondosos, dan alimento a muchedumbres
de seres animados que se detienen bajo sus ramas. Rosa, ser bella es poco…
La rosa entonces –tentada como después lo sería
la mujer- deseó la utilidad, de tal modo que hubo palidez en su púrpura.
Pasó el buen Dios después del alba siguiente.
—Padre –dijo aquella princesa floral, temblando
en su perfumada belleza-, ¿queréis hacerme útil?
—Sea, hija mía –contestó el Señor, sonriendo.
Y entonces vio el mundo la primera col.
Un saltamontes a la hora de la siesta, de Carola Aikin
Érase una vez un saltamontes solitario que
rascaba sus patitas y brincaba de un lado a otro de la blanca habitación. Una
habitación toda blanca, sí, menos por una cascada de cabellos rojos, menos por
unos párpados que se abren y descubren una mirada de enredaderas. Entonces, el
saltamontes y aquella mirada intiman como nunca hubieran imaginado. "¿La
beso?", duda el saltamontes. "¿Me habré vuelto loca?", se
pregunta la mujer.
Η δημιουργία του λάχανου
Στον επίγειο παράδεισο, την
λαμπερή ημέρα που δημιουργήθηκαν τα λουλούδια, και πριν η Εύα μπει σε πειρασμό
από τον όφη, το πνεύμα του κακού πλησίασε την πριγκίπισσα των λουλουδιών, το
πιο χαριτωμένο νέο τριαντάφυλλο, την ώρα που εκείνη παρέδιδε την κόκκινη
παρθενικότητα των χειλιών της στα χάδια του επουράνιου ήλιου.
—Είσαι ωραία.
—Ναι, είμαι – είπε η πριγκίπισσα.
—Ωραία και ευτυχής – συνέχισε ο διάβολος-.
Έχεις χρώμα, χάρη και άρωμα. Όμως…
—Όμως ;…
—Δεν είσαι χρήσιμη. Δεν βλέπεις εκείνα τα
δένδρα γεμάτα βελανίδια; Εκείνα, εκτός από το παχύ τους φύλλωμα, δίνουν τροφή
σε ορδές ζωντανών πλασμάτων που ξαποσταίνουν κάτω από τα κλαδιά τους. Πριγκίπισσα, η ομορφιά δεν αρκεί…
Εκείνη, λοιπόν –μπαίνοντας στον πειρασμό
όπως αργότερα και η γυναίκα- επιθύμησε τόσο πολύ να αποκτήσει χρησιμότητα, ώστε
το πορφυρό της χρώμα ξεθώριασε.
Το επόμενο πρωί πέρασε ο καλός Θεός.
—Πάτερ, είπε εκείνη η λουλουδένια πριγκίπισσα,
αναριγώντας τυλιγμένη στην μυρωδάτη ομορφιά της- θέλετε να με κάνετε χρήσιμη;
—Γενηθήτω το θέλημά σου, κόρη μου -
απάντησε ο Κύριος, χαμογελώντας.
Και τότε ο κόσμος αντίκρισε το πρώτο
λάχανο.
Ρουμπέν Νταρίο, ΝΙΚΑΡΑΓΟΥΑ (1893)
Ένας γρύλλος την ώρα της σιέστας
Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένας μοναχικός
γρύλλος που έξυνε τα ποδαράκια του και χοροπηδούσε από την μια πλευρά στην άλλη
του λευκού δωματίου. Ενός, πράγματι,
ολόλευκου δωματίου εκτός από έναν καταρράκτη από κόκκινα μαλλιά, εκτός από δυο
βλέφαρα που ανοίγουν και αποκαλύπτουν ένα προκλητικά σαγηνευτικό βλέμμα. Τότε, ο γρύλλος και εκείνο το βλέμμα
έρχονται τόσο κοντά ο ένας με το άλλο
όσο ποτέ δεν θα μπορούσαν να φαντασθούν. «Να την φιλήσω;», διστάζει ο γρύλλος.
«Μήπως έχω τρελαθεί;», αναρωτιέται η γυναίκα.
Καρόλα Αϊκίν,
ΙΣΠΑΝΙΑ (2001)
ΡΟΥΜΠΕΝ ΝΤΑΡΙΟ
Ρουμπέν Νταρίο (1867-1916)
είναι το ψευδώνυμο του Φέλιξ Ρουμπέν Γκαρσία Σαρμιέντο, ο οποίος γεννήθηκε σε
ένα μικρό χωριό της Νικαράγουας. Στα δεκαεννέα του χρόνια μετακομίζει στην
Χιλή. Ταξιδεύει και διαμένει στην Ισπανία, Παρίσι και Μπουένος Άιρες όπου και
εγκαθίσταται το 1893 και μπαίνει επί κεφαλής του κινήματος του Μοντερνισμού. Έγραψε
τρία ποιητικά έργα: Azul (1888), Prosas profanas (1896 και 1901) και Cantos de vida y esperanza (1905).[1]
ΚΑΡΟΛΑ
ΑΙΚΙΝ
Γεννήθηκε στη Μαδρίτη το
1961. Ανάμεσα στην αγγλική και την ισπανική κουλτούρα, έχει δημοσιεύσει
διηγήματα σε διάφορα περιοδικά και ανθολογίες και συγκαταλέγεται στην ανθολογία
των μικροδιηγημάτων. Πτυχιούχος της
Βιολογίας, μας φέρνει σε επαφή με τον κόσμο των ταξιδιών, των ζώων και ανθρώπων
διαφορετικής κουλτούρας. Και όπως λέει η ίδια « Τα ζώα μου χρησιμεύουν στο
να εξηγώ την ακατέργαστη φύση των ανθρώπων… »[2]
Ματθίλδη Σιμχά
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου