EN
LA TOSCANA Sergi Belbel
Escena 4
Consulta de médico. Marc, sentado. Entran una
doctora y una enfermera (Joana y
Marta). La enfermera lleva una carpeta y
papeles.
JOANA.—Ahora la enfermera le entregará
unos papeles que tiene que firmar.
MARC.—¿Unos papeles... para qué?
JOANA.—La autorización para el
tratamiento que deberá seguir.
MARC.—¿Qué tratamiento?
JOANA.—Trámites hospitalarios. La ley nos
obliga a ello.
MARC.—¿La ley les obliga a qué? ¿Y qué
ley...? Oiga, ¿qué ocurre?
JOANA.—Se lo acabo de explicar con todo
detalle. Es un tratamiento experimental. Hay riesgos. Pocos, pero hay. Usted
acaba de aceptarlo. Tiene que firmar. ¿No lo ha entendido? ¿Prefiere que vuelva
a contárselo?
MARTA.—Perdón, ¿les dejo solos?
JOANA.—No.
MARC.—Pero, ¿qué está pasando?
JOANA.—Si no desea seguir este
tratamiento, no hay problema, pero entonces...
MARC: Pero... pero, ¿cuánto tiempo me
queda de vida? (La doctora y la enfermera
se miran). ¿Poco?
JOANA.—Nosotros no lo enfocamos de esta
manera. Dada la irreversibilidad de su enfermedad, el proceso avanza cada vez
con mayor celeridad. Este tratamiento...
MARC.—¿Irreversibilidad? ¿Proceso?
¿Celeridad? A ver, a ver, ¿qué me quiere decir?
MARTA.—Que se está muriendo. (Pausa. La doctora la mira, severamente).
Huy, perdón.
JOANA.—¡Por favor!
MARC.—¡Un momento, un momento! (A la enfermera). Me interesa más su
punto de vista. (La doctora va a hablar).
No, no, perdone. Quiero que me lo diga usted, a su manera. ¿Qué me va a pasar?
MARTA.—(Mira a la doctora, que asiente) Si no sigue el tratamiento, todos
los tumores que tiene aumentarán de tamaño hasta que colapsen todo su cuerpo. (Pausa). Hasta que reviente, para que me
entienda.
JOANA.—¿Lo ha entendido ya?
MARC.—Sí.
JOANA.—Si sigue el tratamiento...
MARC.—¿Me curaré?
JOANA.—No podemos saberlo. Pero...
MARC.—Retrasará el momento.
JOANA.—Yo no lo diría así...
MARTA.—Yo sí. (Pausa). Vamos a ver, dejemos las cosas claras, que yo ya no aguanto
más todo este rollo, ¡por favor! (A la
doctora). Este pobre hombre quiere saber lo que le va a ocurrir de manera
simple, directa, sin tecnicismos, ¿verdad que sí? (Marc asiente, alucinado). Él quiere saber la verdad. ¡La verdad! ¡Ya basta de confundir al
personal con tanta tontería, hombre! Escúcheme bien, señor mío: tendrá una
muerte horrible, con tratamiento y sin él. Como el tratamiento es fuertecillo,
para decirlo de algún modo, puede que hasta llegue a sufrir más que sin él. Eso
sí, vivirá más días. Un par de meses o tres. O cuatro, va. O, si me apura,
seis, con un poco de suerte. Pero estará tan hecho polvo estos dos, o cuatro, o
seis meses, tendrá una agonía tan y tan horrorosa y dolorosa, con vómitos,
mareos, migrañas, abatimiento, tomando calmantes cada dos horas... que no sé si
vale la pena, en serio. Y además, también están los nervios de sus
familiares... de punta todo este tiempo. Agonía larga para usted y agonía larga
para ellos. ¡No sea egoísta, hombre!, Ya sé que en un momento tan crucial como
éste uno no está por mirar por los demás y sólo piensa en su valiosa vida, como
si valiera más que la de millones de personas que se mueren mucho peor que
usted en todo el mundo; ya sé que no está para hostias y que está cagadito de
miedo, pero... ¿y la decencia, señor mío? ¿Dónde queda la decencia? ¿Usted
quiere a los suyos? ¿Les quiere de verdad? ¡Evíteles todo este horror, hombre!
¡Dé un ejemplo de firmeza y valentía y de justicia y solidaridad con la
humanidad! ¡No firme, por favor! ¡No caiga tan bajo!
Pausa. Marc mira
a la enfermera y a la doctora con estupor. La enfermera coge los
papeles y se
los da a Marc.
JOANA.—No le haga caso. Esto no funciona
así. En absoluto. Esto es un hospital serio y competente y esta señorita será
expedientada y expulsada inmediatamente.
MARTA.—Eso ya lo veremos.
JOANA.—El tratamiento le alargará la
vida, sí. Y nosotros no decimos nunca que no hay esperanzas. Sus seres queridos
no entenderían que usted no quisiera agotar todas sus posibilidades, ¿no?
Firme.
Pausa tensa. Marc
mira a las dos mujeres. No sabe qué decir ni qué hacer. De repente,
suena el
móvil de Joana. Se lo saca del bolsillo y mira la pantallita.
JOANA.—Vaya... Perdón. (Descuelga). Ahora no puedo, estoy con un
paciente. Te llamo en veinte minutos, ¿vale? (Cuelga).
MARTA.—¿Quién era?
JOANA.—¿Y a ti qué te importa? (A Marc). Disculpe, era mi marido.
Siempre me llama en el peor momento para consultarme qué debe comprar para la
cena o cómo es la receta de la bullabesa; es que a él le encanta cocinar, y lo
hace estupendamente, ¿eh?, pero es un desastre para acordarse de las cosas, y
eso que yo siempre le digo: “¡hazlo tú, tú solito, hombre, no tienes por qué
consultarme las cosas cada dos por tres, que ya sé que desde que tu mamaíta
está senil y ya no cocina, la echas de menos y no te fías de ella para las
recetas, pero yo tengo un lío de narices en el trabajo, y me va fatal que me
interrumpas cada dos por tres para pedirme cuántas gambas tienes que comprar o
de cuántos gramos tiene que ser la barra de pan, o qué vino eliges, cuando yo
estoy con un paciente a quien le estoy planteando el mayor dilema de su vida,
por dios!” Pero él, nada, ni caso, ya lo ha visto.
MARTA.—Ah, ¿a mí no me importa quién le
llama a usted y a él sí? ¿Por qué a él sí?
JOANA.—Porque le quiero.
Pausa. Marc ve a
Joana en la doctora. Ella le mira con ternura.
MARTA.—Cuando yo decía que tenía que
dejarlos solos... ¿Lo ve, mujer? Bueno... disculpen.
La enfermera
(Marta) sale. Joana se acerca a Marc y le besa.
MARC.—Me quieres.
JOANA.—Sí.
MARC.—¿Es verdad?
JOANA.—¿Qué importa, ahora, si es o no es
verdad? Te estás muriendo. Lo importante
es que te lo diga. Y que te lo creas.
MARC.—Sí. (Pausa). Me lo creo. Es el único consuelo posible, ¿no? (Pausa.) Dímelo.
JOANA.—Te quiero.
Pausa. Se besan.
Ella le mira y sonríe.
JOANA.—Bueno, y ahora... volvamos a las
cosas realmente importantes. (Se
concentra, muy seria). Venga: (pausa.)
...para hacer una bullabesa, lo importante es que el pescado que compres sea...
Oscuro.
ΣΤΗΝ
ΤΟΣΚΑΝΗ του Σέρτζι
Μπελμπέλ
Σκηνή 4
Στο ιατρείο. Ο Μαρκ, καθισμένος. Μπαίνουν μια γιατρός
και μια νοσοκόμα (η Xοάνα και η Μάρτα). Η νοσοκόμα κρατά ένα ντοσιέ και χαρτιά.
XΟΑΝΑ.—Τώρα η νοσοκόμα θα σας δώσει κάποια χαρτιά που πρέπει
να υπογράψετε.
ΜΑΡΚ.—Τι χαρτιά; Τι να τα κάνω;
XΟΑΝΑ.—Είναι η εξουσιοδότηση για την
θεραπευτική αγωγή που πρέπει να ακολουθήσετε.
ΜΑΡΚ.—Ποια αγωγή;
XΟΑΝΑ.—Γραφειοκρατία του νοσοκομείου. Ο
νόμος μας το επιβάλλει.
ΜΑΡΚ.—Τι σας επιβάλλει ο νόμος; Ποιος νόμος; Για
σταθείτε, τι συμβαίνει;
XΟΑΝΑ.—Μόλις σας το εξήγησα με κάθε λεπτομέρεια. Είναι
μια πειραματική αγωγή. Υπάρχουν ρίσκα.
Λίγα, αλλά υπάρχουν. Εσείς μόλις συμφωνήστε να την
κάνετε. Πρέπει να υπογράψετε. Δεν το
καταλάβατε; Θα θέλατε να σας το επαναλάβω;
ΜΑΡΤΑ.—Συγνώμη,
μήπως να σας αφήσω μόνους;
XΟΑΝΑ.—Όχι.
ΜΑΡΚ.—Μα, τι συμβαίνει;
XΟΑΝΑ.—Αν δεν επιθυμείτε να ακολουθήσετε αυτή τη αγωγή,
δεν υπάρχει πρόβλημα, σ’ αυτή όμως την περίπτωση…
ΜΑΡΚ.—Όμως…
όμως, πόσος χρόνος ζωής μου μένει; (Η
γιατρός και η νοσοκόμα κοιτάζονται). Λίγος;
XΟΑΝΑ.—Εμείς δεν το προσεγγίζουμε έτσι. Επειδή η ασθένειά
σας είναι μη αναστρέψιμη, εξελίσσεται συνεχώς όλο και με μεγαλύτερη ταχύτητα. Η αγωγή αυτή…
ΜΑΡΚ.—Μη
αναστρέψιμη, εξελίσσεται, μεγαλύτερη ταχύτητα; Για καθείστε, τι θέλετε να μου
πείτε;
ΜΑΡΤΑ.—Ότι πεθαίνετε. (Παύση.
Η γιατρός την κοιτάζει αυστηρά). Ωχ! Συγνώμη.
XΟΑΝΑ.—Σας παρακαλώ!
ΜΑΡΚ.—Ένα λεπτό! Ένα λεπτό! (Στη νοσοκόμα) Με ενδιαφέρει περισσότερο η δική σας άποψη. (Η γιατρός πάει να μιλήσει). Όχι, όχι,
συγνώμη. Θέλω εσείς να μου το πείτε, με τον δικό σας τρόπο. Τι πρόκειται να μου
συμβεί;
ΜΑΡΤΑ.—(Κοιτάζει
την γιατρό που συγκατανεύει) Αν
δεν ακολουθήσετε την αγωγή, όλοι οι όγκοι που έχετε θα αυξηθούν σε μέγεθος
μέχρι να καταβάλλουν ολόκληρο τον οργανισμό σας. (Παύση). Μέχρι να σκάσετε, αν καταλαβαίνετε τι εννοώ.
XΟΑΝΑ.—Το καταλάβατε τώρα;
ΜΑΡΚ.—Ναι.
XΟΑΝΑ.—Αν ακολουθήσετε την αγωγή…
ΜΑΡΚ.—Θα θεραπευθώ;
XΟΑΝΑ.—Δεν μπορούμε να το ξέρουμε. Αλλά…
ΜΑΡΚ.—Θα καθυστερήσει την στιγμή του τέλους .
XΟΑΝΑ.—Εγώ δεν θα το έλεγα έτσι…
ΜΑΡΤΑ.—Εγώ πάλι ναι. (Παύση)
Για να δούμε λοιπόν, ας ξεκαθαρίσουμε τα πράγματα, και να με συγχωρείτε αλλά εγώ
βαρέθηκα πια. (Στην γιατρό) Αυτός ο
ταλαίπωρος άνθρωπος θέλει να μάθει αυτό που πρόκειται να του συμβεί απλά, ξεκάθαρα,
χωρίς τεχνικούς όρους, έτσι δεν είναι; (Ο
Μαρκ συναινεί, σαν υπνωτισμένος). Θέλει να ξέρει την αλήθεια. Την αλήθεια!
Σταμάτα πια να μπερδεύεις τον κόσμο με τις ανοησίες σου! Κύριέ μου, ακούστε με καλά: με
αγωγή ή χωρίς αγωγή, θα έχετε έναν φρικτό θάνατο. Επειδή η αγωγή είναι δυνατούτσικη,
για να το πω κάπως μαλακά, μπορεί με αυτήν να υποφέρετε περισσότερο από ότι χωρίς
αυτήν. Βέβαια, όντως θα κερδίσετε κάποιες μέρες. Καναδυό μήνες ή τρεις. Ή άντε
τέσσερις. Ή το πολύ-πολύ έξι, με λίγη τύχη. Όμως θα είστε τόσο κομμάτια αυτούς
τους δυο, ή τέσσερις, ή έξι μήνες, θα έχετε ένα τέλος, τόσο μα τόσο τρομακτικό και
επώδυνο, με εμετούς, ζαλάδες, ημικρανίες, κατάπτωση, παίρνοντας παυσίπονα κάθε
δυο ώρες… που, αλήθεια, δεν ξέρω αν αξίζει τον κόπο. Και εκτός αυτού, όλον
αυτόν τον καιρό τα νεύρα των συγγενών σας θα είναι τεντωμένα. Παρατεταμένη
αγωνία για εσάς και παρατεταμένη αγωνία γι αυτούς. Μην είστε, λοιπόν, εγωιστής!
Ξέρω βέβαια ότι σε μια τόσο κρίσιμη στιγμή όσο αυτή, δεν νοιάζεται κανείς για τους
άλλους και το μόνο που σκέφτεται είναι η πολύτιμη ζωή του, λες και αξίζει
περισσότερο από αυτή εκατομμυρίων ανθρώπων, σ’ όλο τον κόσμο, που πεθαίνουν με
πολύ χειρότερο τρόπο από ότι ο ίδιος. Ξέρω βέβαια ότι δεν έχετε όρεξη να ακούτε
μαλακίες και ότι έχετε χεστεί από το φόβο σας, όμως… και η αξιοπρέπεια, κύριέ
μου; Πού είναι η αξιοπρέπεια; Αγαπάτε τους δικούς σας; Τους αγαπάτε πραγματικά;
Γλυτώστε τους, λοιπόν, από όλη αυτή τη φρίκη! Δώστε παράδειγμα
αποφασιστικότητας, θάρρους, δικαιοσύνης και αλληλεγγύης με την ανθρωπότητα! Σας
παρακαλώ, μην υπογράψετε! Μην πέσετε τόσο χαμηλά!
Παύση. Ο
Μαρκ κοιτάζει την νοσοκόμα και την
γιατρό με
κατάπληξη.
Η νοσοκόμα παίρνει τα χαρτιά και τα δίνει στον
Μαρκ.
XΟΑΝΑ.—Μην της δίνετε σημασία. Δεν πάει έτσι. Με τίποτα.
Αυτό είναι ένα σοβαρό και με κύρος νοσοκομείο και αυτή η δεσποινίς θα αναφερθεί και θα απολυθεί αμέσως.
ΜΑΡΤΑ.—Αυτό θα το δούμε.
XΟΑΝΑ.—Πράγματι η αγωγή θα σας παρατείνει τη ζωή. Και εμείς
ποτέ δεν λέμε ότι δεν υπάρχει ελπίδα. Τα αγαπημένα σας πρόσωπα δεν θα
καταλάβαιναν την απόφασή σας να μην εξαντλήσετε όλες τις πιθανότητες. Έτσι δεν
είναι; Υπογράψτε.
Τεταμένη σιωπή. Ο Μαρκ κοιτάζει τις δύο γυναίκες. Δεν ξέρει τι
να πει και τι να κάνει. Ξαφνικά, χτυπάει το κινητό της Χοάνα.
Το βγάζει από την τσέπη της και κοιτάζει την οθόνη.
XΟΑΝΑ.—Μα… Συγνώμη. (Απαντάει)
Δεν μπορώ τώρα, είμαι με ασθενή. Θα σου τηλεφωνήσω σε είκοσι λεπτά, εντάξει; (Το κλείνει).
ΜΑΡΤΑ.—Ποιος ήταν;
XΟΑΝΑ.—Τι σε
νοιάζει εσένα; (Στον Μαρκ). Με
συγχωρείτε, ήταν ο σύζυγός μου. Πάντα μου τηλεφωνεί την χειρότερη στιγμή για να
με ρωτήσει τι πρέπει να αγοράσει για το δείπνο ή τη συνταγή για την
μπουγιαμπέσα. Τρελαίνεται να μαγειρεύει και το κάνει καταπληκτικά, αλλά αν είναι να θυμηθεί πράγματα είναι σκέτη καταστροφή,
και αυτό που του λέω πάντα είναι : «ξέρω ότι,
από τότε που η μαμάκα σου γέρασε και πια δεν μαγειρεύει, σου λείπει και δεν
εμπιστεύεσαι τις συνταγές της, αλλά, βρε παιδάκι μου, κάντο μόνος σου, δεν χρειάζεται να με ρωτάς κάθε λίγο και
λιγάκι, γιατί στην δουλειά μου γίνεται ο κακός χαμός, και μου
τη δίνει όταν με διακόπτεις κάθε τρεις και λίγο για να με ρωτήσεις πόσες
γαρίδες πρέπει να αγοράσεις ή πόσα γραμμάρια πρέπει να είναι το καρβέλι το
ψωμί, ή τι κρασί να διαλέξεις, την ώρα που εγώ είμαι με έναν ασθενή στον οποίο θέτω το μεγαλύτερο δίλημμα της ζωής του, έλεος πια!».
Όμως αυτός, τίποτε, δεν ιδρώνει το αυτί του, το έχετε ήδη διαπιστώσει.
ΜΑΡΤΑ.—Ώστε
έτσι, ε; Γιατί αυτόν τον αφορά ποιος σας τηλεφώνησε ενώ εμένα όχι;
XΟΑΝΑ.—Γιατί τον αγαπώ.
Παύση. Ο Μαρκ βλέπει την Χοάνα στη γιατρό. Εκείνη
τον κοιτάζει με
τρυφερότητα.
ΜΑΡΤΑ.—Όταν
έλεγα εγώ ότι έπρεπε να σας αφήσω μόνους… Δεν το βλέπετε, κυρία μου; Γι’ αυτό
λοιπόν… επιτρέψτε μου.
Η νοσοκόμα (η Μάρτα) βγαίνει. Η Χοάνα πλησιάζει τον Μαρκ και
τον φιλάει.
ΜΑΡΚ.—Μ’ αγαπάς;
XΟΑΝΑ.—Ναι.
ΜΑΡΚ.—Αλήθεια;
XΟΑΝΑ.—Τι σημασία έχει, τώρα, αν είναι ή δεν είναι
αλήθεια; Πεθαίνεις. Το σημαντικό είναι ότι σου το λέω. Και ότι το πιστεύεις.
ΜΑΡΚ.—Ναι. (Παύση).
Το πιστεύω. Είναι η μόνη δυνατή παρηγοριά, έτσι δεν είναι; (Παύση). Πες το μου.
XΟΑΝΑ.—Σ’ αγαπώ.
Παύση. Φιλιούνται. Εκείνη τον κοιτάζει και
χαμογελά.
XΟΑΝΑ.—Ωραία, και τώρα ας επιστρέψουμε στα πραγματικά
σημαντικά πράγματα. (Συγκεντρώνεται, πολύ
σοβαρή) Για να δούμε: (παύση)… για να φτιάξεις μια καλή μπουγιαμπέσα,
σημασία έχει το ψάρι που θα αγοράσεις να
είναι…
Σκοτάδι
Μετάφραση: Ματθίλδη Σιμχά
Σέρτζι
Μπελμπέλ
Ο Σέρτζι Μπελμπέλ γεννήθηκε το 1963 στη Βαρκελώνη. Σπούδασε
φιλολογία στο Αυτόνομο Πανεπιστήμιο της ίδιας πόλης. Ήρθε για πρώτη φορά σε
επαφή με το θέατρο όταν ήταν ακόμη φοιτητής, με την ενθάρρυνση του καθηγητή και
θεατρικού συγγραφέα Χοσέ Σάντσις Σινεστέρα (Jose Sanchis Sinistera). Παράλληλα
με τη συγγραφή, ασχολήθηκε με τη σκηνοθεσία και τη μετάφραση ξένων έργων στα
καταλανικά, και αργότερα δικών του έργων, καθώς και έργων άλλων Καταλανών
συγγραφέων στα ισπανικά. Διδάσκει στο Ινστιτούτο Θεάτρου της Βαρκελώνης. Έχει
σκηνοθετήσει και μεταφράσει πολλά κλασικά και σύγχρονα έργα. Πρώτο δικό του
έργο που παραστάθηκε στην καταλανική γλώσσα είναι το "Καλειδοσκόπια και
φάροι σημερινοί" ("Calidoscopios y faros de hoy"), το 1986. Το
1992 έγινε ευρύτερα γνωστός με το έργο του "Χάδια", ("Caricies"),
το οποίο παίζεται σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες. Έναν χρόνο αργότερα, ανέβηκε στη
Βαρκελώνη το "Μετά τη βροχή" ("Despres de la pluja"), το
οποίο, επίσης, κάνει διεθνή καριέρα. Στο μεταξύ έχει ήδη καταξιωθεί ως
σκηνοθέτης, έχοντας ανεβάσει, μεταξύ άλλων, Σαίξπηρ, Γκολντόνι, Μολιέρο,
Μπέκετ, Μάμετ και Σινιστέρα. Στους συγγραφείς που έχει μεταφράσει
συγκαταλέγονται οι Μπέκετ, Γκολντόνι, Μολιέρος, Ρακίνας, Κολτές, Χάινερ Μύλλερ
και Περέκ. Το 1994 γράφει το "Μια στιγμή πριν" ("Morir")
για το οποίο τιμήθηκε με τα εξής βραβεία: -Premio Borne de Teatro (1994)
-Premio Nacional de Catedra Dramatica (1996) -Premio Nacional de Literatura
Dramatica (1996).[1]
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου