Βιογραφικό Σημείωμα

Βιογραφικό Σημείωμα

Πέμπτη 11 Αυγούστου 2016

El cuento, Quim Monzó/ Το διήγημα, Κιμ Μονζό

El cuento |Quim Monzó|


 


A media tarde el hombre se sienta ante su escritorio, coge una hoja de papel en blanco, la pone en la máquina y empieza a escribir. La frase inicial sale enseguida. La segunda también. Entre la segunda y la tercera hay unos segundos de duda.

Llena una página, saca la hoja del carro de la máquina y la deja a un lado, con la cara en blanco hacia arriba. A esta primera hoja agrega otra, y luego otra. De vez en cuando relee lo que ha escrito, tacha palabras, cambia el orden dentro de las frases, elimina párrafos, tira hojas enteras a la papelera. De golpe retira la máquina, coge la pila de hojas escritas, la vuelve del derecho y con un bolígrafo tacha, cambia, añade, suprime. Coloca la pila de hojas corregidas a la derecha, vuelve a acercarse la máquina y reescribe la historia de principio a fin. Una vez ha acabado, vuelve a corregirla a mano y a reescribirla a máquina. Ya entrada la noche la relee por enésima vez. Es un cuento. Le gusta mucho. Tanto, que llora de alegría. Es feliz. Tal vez sea el mejor cuento que ha escrito nunca. Le parece casi perfecto. Casi, porque le falta el título. Cuando encuentre el título adecuado será un cuento inmejorable. Medita qué título ponerle. Se le ocurre uno. Lo escribe en una hoja, a ver qué le parece. No acaba de funcionar. Bien mirado, no funciona en absoluto. Lo tacha. Piensa otro. Cuando lo relee también lo tacha.

Todos los títulos que se le ocurren le destrozan el cuento: o son obvios o hacen caer la historia en un surrealismo que rompe la sencillez. O bien son insensateces que lo echan a perder. Por un momento piensa en ponerle Sin título, pero eso lo estropea todavía más. Piensa también en la posibilidad de realmente no ponerle título, y dejar en blanco el espacio que se le reserva. Pero esta solución es la peor de todas: tal vez haya algún cuento que no necesite título, pero no es éste; éste necesita uno muy preciso: el título que, de cuento casi perfecto, lo convertiría en un cuento perfecto del todo: el mejor que haya escrito nunca.

Al amanecer se da por vencido: no hay ningún título suficientemente perfecto para ese cuento tan perfecto que ningún título es lo bastante bueno para él, lo cual impide que sea perfecto del todo. Resignado (y sabiendo que no puede hacer otra cosa), coge las hojas donde ha escrito el cuento, las rompe por la mitad y rompe esta mitad por la mitad; y así sucesivamente hasta hacerlo añicos.





Το διήγημα  | Κιμ Μονζό|
                               



Το απόγευμα ο άντρας κάθεται μπροστά στο γραφείο του, παίρνει ένα λευκό φύλλο χαρτί, το βάζει στην γραφομηχανή και ξεκινάει το γράψιμο. Η πρώτη πρόταση βγαίνει αβίαστα. Το ίδιο και η δεύτερη. Ανάμεσα στην δεύτερη και την τρίτη περνούν κάποια δευτερόλεπτα αμφιβολίας.

Γεμίζει μια σελίδα, βγάζει το φύλλο από τον κύλινδρο της γραφομηχανής και το αφήνει στο πλάι, με την άγραφη πλευρά προς τα πάνω. Σ’ αυτό το πρώτο φύλλο προσθέτει άλλο, και στη συνέχεια κι’ άλλο. Κάπου κάπου ξαναδιαβάζει αυτό που έγραψε, σβήνει λέξεις, αλλάζει τη σειρά μέσα στις προτάσεις, διαγράφει παραγράφους, πετάει ολόκληρες κόλες στο καλάθι των αχρήστων. Έξαφνα, αφήνει την γραφομηχανή, αρπάζει τον σωρό από τα  γραμμένα φύλλα, τον γυρνάει ανάποδα και με ένα στυλό διαγράφει, αλλάζει, προσθέτει, σβήνει. Τοποθετεί τον σωρό από τα διορθωμένα φύλλα στα δεξιά, ξαναπλησιάζει προς την γραφομηχανή  και ξαναγράφει την ιστορία από την αρχή ως το τέλος. Μόλις τελειώνει, την διορθώνει για άλλη μια φορά στο χέρι και την ξαναγράφει στην γραφομηχανή. Και ενώ έχει ήδη αρχίσει να νυχτώνει, την ξαναδιαβάζει για νιοστή φορά. Είναι ένα διήγημα. Του αρέσει πολύ. Τόσο πολύ, που κλαίει από χαρά. Είναι ευτυχής. Ίσως να είναι το καλύτερο διήγημα που έγραψε ποτέ. Του φαίνεται σχεδόν τέλειο. Σχεδόν, διότι του λείπει ο τίτλος. Μόλις βρει τον κατάλληλο τίτλο θα είναι ένα διήγημα αξεπέραστο. Σκέφτεται τι τίτλο να του βάλει. Του έρχεται στο μυαλό ένας. Τον γράφει σε ένα φύλλο, για να δει πώς του φαίνεται. Τελικά δεν ταιριάζει. Αν το καλοκοιτάξεις, δεν ταιριάζει καθόλου. Τον διαγράφει. Σκέφτεται άλλον. Μόλις τον ξαναδιαβάζει τον σβήνει και αυτόν.

Όλοι οι τίτλοι που του έρχονται στο μυαλό του καταστρέφουν το διήγημα :ή είναι προφανείς ή καταδικάζουν  την ιστορία σε έναν σουρεαλισμό που διαλύει την απλότητά της. Ή πάλι είναι ανοησίες που το υποβαθμίζουν. Για μια στιγμή σκέφτεται  να βάλει «Χωρίς τίτλο», όμως αυτό το καταστρέφει ακόμη περισσότερο. Σκέφτεται  επίσης σοβαρά την πιθανότητα  να μην του βάλει  καθόλου τίτλο, και να αφήσει κενό  τον χώρο που προορίζεται γι’ αυτό το σκοπό. Όμως αυτή η λύση είναι η χειρότερη από όλες :   ίσως  να υπάρχει κάποιο διήγημα που δεν χρειάζεται τίτλο, δεν είναι όμως αυτό, αυτό εδώ χρειάζεται έναν πολύ συγκεκριμένο : τον τίτλο που από σχεδόν τέλειο διήγημα θα το μεταμόρφωνε  σε ένα διήγημα απόλυτα τέλειο : το καλύτερο που θα είχε γράψει ποτέ.

Το χάραμα καταθέτει τα όπλα : δεν υπάρχει  κανένας τίτλος αρκετά τέλειος γι’ αυτό το τόσο τέλειο διήγημα γιατί κανένας τίτλος δεν είναι αρκετά καλός γι’ αυτό, γεγονός που το εμποδίζει να είναι απόλυτα τέλειο. Αποδεχόμενος την ήττα του ( και γνωρίζοντας ότι δεν μπορεί να κάνει τίποτε άλλο), αρπάζει τα φύλλα όπου έγραψε το διήγημα, τα σχίζει στη μέση και ξανά στη μέση, και πάλι μέχρι να το κάνει κομματάκια.

Ο Κιμ Μονζό, συγγραφέας μυθιστορημάτων, διηγημάτων, άρθρων και διατριβών, γεννήθηκε το 1952 στην Βαρκελώνη και γράφει ως επί το πλείστον στα καταλανικά. Στις αρχές της δεκαετίας του 70 γράφει ρεπορτάζ για την εφημερίδα της Βαρκελώνης Tele/Expres και μέχρι σήμερα, καθημερινά, δημοσιεύει άρθρα του στην La Vanguardia. Από τον Δεκέμβριο του 2009 έως τον Απρίλιο του 2010 φιλοξενήθηκε στην γκαλερί Arts Santa Monica στη Βαρκελώνη μια μεγάλη αναδρομική έκθεση για τη ζωή και το έργο του.



Η μετάφραση είναι προϊόν των σεμιναρίων λογοτεχνικής μετάφρασης του ισπανικού τμήματος του ΕΚΕΜΕΛ το 2010. Συμμετείχαν οι σπουδάστριες Χρυσούλα Κλήμη και Ματθίλδη Σιμχά, υπό την εποπτεία του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου. 

ΜΟΝΖΟ, Κιμ (1993). Το γιατί για καθετί, Αθήνα: Εκδόσεις Μιχάλη Σιδέρη. Μετάφραση: Αλεξάνδρα Γκολφινοπούλου. Επιμέλεια: Κωνσταντίνος Παλαιολόγος. ISBN: 978-960-468-133-4.

                                                                                                       
                                                                                                                                                                       



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου