Βιογραφικό Σημείωμα

Βιογραφικό Σημείωμα

Πέμπτη 11 Αυγούστου 2016

El pozo, por Sergi Pàmies/ Το πηγάδι του Σέρζι Πάμιες


El pozo por Sergi Pàmies


El charlatán predica delante del pozo. “Quien se tire dentro”, dice, “será feliz.” Los que nos detenemos a escucharlo contenemos la curiosidad con una expresión incrédula. Pero estamos atentos. Por un lado, porque el hombre sabe hacerse escuchar y, por otro, porque no tenemos nada mejor que hacer. A diferencia de otros pozos, éste se hizo popular cuando, con la ayuda de una megafonía sensacionalista, el charlatán empezó a anunciarlo como si de una atracción de feria se tratara. No cobra entrada, sólo pide la voluntad. Después de semanas de pensar mucho en ello, un día me tiro. Previamente le pago lo que considero justo a cambio de escucharle decir “serás feliz”, así, sin dar más detalles. En un primer momento, la excitación me impide experimentar nada especial. Caigo, eso sí que lo noto, y también percibo que el pozo es muy oscuro, y que el agujero por el que me he metido se aleja rápidamente.Sin ver nada en absoluto, siento que la oscuridad se ensancha y que, aunque no dispongo de ninguna prueba que lo confirme, no estoy solo. Grito. Vuelvo a gritar. Como nadie responde, deduzco que los demás también están gritando y que si no los oigo es porque cada cual debe de gritar para sí mismo.Caigo. Y me caigo todavía más. Nunca habría imaginado que sería un pozo sin fondo. Pero, cuando me tentó para que me tirara, el charlatán no especificó, sólo dijo que, si lo hacía, sería feliz. Y lo cierto es que, mientras me precipito hacia unas tinieblas todavía más intensas que las de hace un rato –o las de hace meses, o las de hace años, ahora eso carece de importancia–, acompañado por otros seres que tan sólo intuyo, quizá sí soy más feliz de lo que era antes. Pero resulta difícil decirlo porque de antes no me acuerdo, oye.



                                                                      Το πηγάδι του Σέρζι Πάμιες
                                                                                                                                    

 O κομπογιαννίτης κηρύττει μπροστά στο πηγάδι. «Αυτός που θα πέσει μέσα», λέει, «θα είναι ευτυχισμένος». Όλοι όσοι σταματάμε για να τον ακούσουμε συγκρατούμε  την περιέργειά μας με μια έκφραση δυσπιστίας. Όμως τον ακούμε προσεκτικά. Από την μια, γιατί ο άντρας αυτός ξέρει να κάνει τους άλλους να τον ακούνε και, από την άλλη, γιατί δεν έχουμε τίποτε καλύτερο να κάνουμε. Σε αντίθεση με άλλα πηγάδια, αυτό εδώ έγινε δημοφιλές όταν, με την βοήθεια  της καθηλωτικής φωνής της ντουντούκας του, ο κομπογιαννίτης άρχισε να το διαφημίζει σαν να επρόκειτο για κάποια ατραξιόν σε πανηγύρι. Δεν χρεώνει είσοδο, ζητά μόνο ό,τι κανείς έχει ευχαρίστηση. Αφού το σκέφτηκα για βδομάδες, μια μέρα πηδάω. Προηγουμένως του πληρώνω αυτό που εγώ θεωρώ δίκαιο  για να τον  ακούσω να μου λέει «θα είσαι ευτυχισμένος», έτσι απλά, χωρίς να εξηγεί με περισσότερες λεπτομέρειες. Στην αρχή, η διέγερση με εμποδίζει να νιώσω κάτι ιδιαίτερο. Πέφτω, αυτό φυσικά και το νιώθω, όπως επίσης αντιλαμβάνομαι ότι το πηγάδι είναι πολύ σκοτεινό, και ότι η τρύπα στην οποία έπεσα απομακρύνεται γρήγορα. Χωρίς να βλέπω απολύτως τίποτα, αισθάνομαι ότι το σκοτάδι απλώνεται και ότι, παρ’ όλο που δεν διαθέτω καμιά ένδειξη που να το επιβεβαιώνει, δεν είμαι μόνος. Φωνάζω. Ξαναφωνάζω. Μια και κανείς δεν απαντά, συμπεραίνω ότι και οι άλλοι φωνάζουν και  το ότι ο λόγος που δεν τους ακούω είναι γιατί κάθε ένας απ’ αυτούς φωνάζει μάλλον από μέσα του. Πέφτω. Και πέφτω ακόμη περισσότερο. Ποτέ δεν είχα φαντασθεί ότι θα ήταν ένα απύθμενο πηγάδι. Όμως όταν ο κομπογιαννίτης με παρακίνησε να πηδήσω, δεν το ξεκαθάρισε, μόνο είπε ότι, αν το έκανα θα ήμουν ευτυχισμένος. Και το βέβαιο είναι ότι, ενώ εισχωρώ εδώ και λίγη ώρα – ή μήνες, ή χρόνια, αυτό τώρα πια δεν έχει σημασία-, σε ένα σκοτάδι ακόμη πιο  πυκνό από προηγουμένως μαζί με άλλα όντα τα οποία απλά μόνο διαισθάνομαι, ίσως πραγματικά να είμαι πιο ευτυχισμένος απ’ ότι ήμουν πριν. ‘Όμως μου είναι δύσκολο να το πω γιατί, για σκέψου, αυτό το πριν δεν το θυμάμαι.

 Ο Σέργι Πάμιες γεννήθηκε στο Παρίσι το 1960, γιός ισπανών πολιτικών ακτιβιστών που ήταν εξόριστοι στο Παρίσι κατά την διάρκεια της δικτατορίας του Φράνκο. Το 1971 η οικογένεια μετακομίζει στην Βαρκελώνη  όπου ο νεαρός  Σέργι ανακαλύπτει την καταλανική γλώσσα. Τα πρώτα του διηγήματα εκδίδονται το 1985. Είναι πολύ σημαντική  η δουλειά του σαν μεταφραστής, κυρίως από τα γαλλικά στα καταλανικά και στα ισπανικά. Όλα του τα έργα έχουν μεταφραστεί στα γαλλικά και στα ισπανικά, αλλά και κάποια στα γερμανικά, αγγλικά, ελληνικά, ιταλικά και γαλικιανά.[1]


Η μετάφραση είναι προϊόν των σεμιναρίων λογοτεχνικής μετάφρασης του ισπανικού τμήματος του ΕΚΕΜΕΛ το 2010. Συμμετείχαν οι σπουδάστριες Χρυσούλα Κλήμη και Ματθίλδη Σιμχά, υπό την εποπτεία του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου.

ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ, Κ. (2012) (επ.). Mini71Cuentos. Ανθολογία ισπανόφωνου μικροδιηγήματος. Αθήνα: εκδόσεις Μιχάλη Σιδέρη.




                                                                                                              





[1] http://www.escriptors.cat/autors/pamiess/pagina.php?id_sec=3271

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου